Πίσω στην αρχική

Ερμηνεία λέξεων

Λεξη Ερμηνεια Ετικετα Αξιολογηση
πορνεία
  1. το επάγγελμα και η ιδιότητα της πόρνης,
  2. προσφορά σεξουαλικής ικανοποίησης με αμοιβή
  3. ό όρος χρησιμοποιείται συχνά στην Π.Δ. για να δηλώσει την ΑΠΕΙΘΕΙΑ προς τον Θεό και την ΛΑΤΡΕΙΑ Χανανίτικων θεοτήτων της γονιμότητας (Αστάρτης) η οποία συνδεόταν με ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΟΡΓΙΑ
  4. στην Κ.Δ. η λέξη πορνεία χρησιμοποιείται με ανάλογη σημασία για να καταδείξει την ειδωλολατρία και την αποστασία από τον Θεό. (Αποκ.19:2) Τις περισσότερες όμως φορές, δηλώνονται με τον όρο αυτόν ΟΙ ΑΝΗΘΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ.
  5. προς ΑΠΟΦΥΓΗ από τέτοιου είδους ανήθικες σχέσεις ο απόστολος Παύλος προτρέπει με παράδειγμα τους χριστιανούς της Κορίνθου,- για όσους-ες το επιθυμούν,- να παντρεύονται, ΩΣΤΕ ο κάθε άνδρας να έχει την ΔΙΚΗ του γυναίκα και η κάθε γυναίκα τον ΔΙΚΟ της άνδρα. (Κορ.Α΄7)
Π[usr 3.5]
Μεσσίας

Ο όρος μεσσίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του εβραϊκού όρου μασιάχ που σημαίνει «χρισμένος», ενώ η πάγια Ελληνική απόδοση του όρου είναι Χριστός. Αρχικά σήμαινε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο χριόταν με λάδι κατά την ανάληψη ενός αξιώματος μεταξύ των αρχαίων Ισραηλιτών.Η διαδικασία του χρίσματος αφορούσε τον αρχιερέα (Β΄Σαμ.19:21· 22:51· 23:1, Ψαλμ.18:50 κ.α.)τον βασιλιά και μεταγενέστερα τους προφήτες.

Για τους Εβραίους μεσσίας είναι ο αναμενόμενος βασιλιάς από τη γραμμή του Δαβίδ, ο οποίος θα κυβερνήσει όλη την ανθρωπότητα.

Για την Καινή Διαθήκη και τους χριστιανούς μεσσίας θεωρείται ο Ιησούς Χριστός ο οποίος υπήρξε σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο απόγονος του Δαυίδ και αποτέλεσε την εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης ως ο Βασιλιάς της Βασιλείας του Θεού και Αρχιερέας μεταξύ των ανθρώπων και του Θεού.

Μ[usr 3.5]
Άφρων
1. ανόητοςαπερίσκεπτος
2. παράλογοςτρελός

Στην Π.Δ ο άφρων εξομοιώνεται με τον άδικο, τον ασεβή, άθεο και αλαζόνα άνθρωπο: «Είπεν ο άφρων εν τη καρδία αυτού, δεν υπάρχει Θεός. Διεφθάρησαν· έγειναν βδελυροί εις τα έργα· δεν υπάρχει πράττων αγαθόν». (Ψαλμός 14:1)

«Ο ασεβής διά την αλαζονείαν του προσώπου αυτού δεν θέλει εκζητήσει τον Κύριον· πάντες οι διαλογισμοί αυτού είναι ότι δεν υπάρχει Θεός». (Ψαλ.10:4)

Στην Κ.Δ ο απόστολος Παύλος λέει, πως στους άφρονες ανθρώπους, «δεν είναι φόβος Θεού έμπροσθεν των οφθαλμών αυτών». Με την αλαζονεία μιας ψευδεπίγραφης γνώσις που έχουν, επιδεικνύουν χωρίς την παραμικρή αιδώ την ασέβειά τους απέναντι σε κάθε τι που από αιώνες υπάρχει «άξιο»και «σεβαστό,» προκαλώντας «ερήμωση» απ’ όπου περνούν και «ταλαιπωρίες» σε όσους συναναστρέφονται.  (Ρωμ.3:10-18) .

Ο Ιησούς Χριστός, όπως τον έχουμε γνωρίσει στην Κ.Δ ως ο «Λόγος» και στην Π.Δ. ως η «Σοφία» του Θεού, από τ’ αρχαία χρόνια προσκαλεί τους ανθρώπους να γίνουν κοινωνοί της δόξης Του και ομοτράπεζοί Του στ’ αγαθά του ουρανού….. έτσι λοιπόν προς τους μωρούς και ασύνετους ανθρώπους παραγγέλνει:

«Όποιος είναι άφρονας, ας στραφεί εδώ»· και, σ’ αυτούς που είναι χωρίς μυαλό, τους λέει:
5 «Ελάτε, φάτε από το ψωμί μου, και πιείτε από το κρασί μου, το οποίο κέρασα· 6 αφήστε την αφροσύνη, και ζήστε· κατευθυνθείτε στον δρόμο τής σύνεσης». (Παρ.9:4-6)

Η προτροπή αυτή, επίκαιρη πάντοτε, αφορά ΟΛΟΥΣ τους ανθρώπους, ακόμα κι εκείνους που λένε πως είναι δίκαιοι αλλά μέσα στην άγνοιά τους ΔΕΝ εργάστηκαν την δικαιοσύνη του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος δια του ίδιου Πνεύματος μας λέει σχετικά: 

«Παραβλέποντας, λοιπόν, ο Θεός τούς καιρούς τής άγνοιας, παραγγέλλει τώρα σε ΟΛΟΥΣ τούς ανθρώπους, οπουδήποτε και αν είναι, να μετανοούν 31 ΕΠΕΙΔΗ, προσδιόρισε ημέρα, κατά την οποία πρόκειται να κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, διαμέσου ενός άνδρα, που τον διόρισε, και έδωσε γι’ αυτό βεβαίωση σε όλους, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς«. (Πράξ.17:30-31)

βλ. και «αφροσύνη»

Α[usr 3.5]
Φωσφόρος

αυτός που φέρνει το φως, ο αυγερινός, ο ήλιος

Φ[usr 3.5]
Φύσις

φυσική κατάσταση, μορφή

Φ[usr 3.5]
φυσιοί

προσδίδω σε κάποιον η σε κάτι έπαρσητον κάνω να συμπεριφέρεται αλαζονικά, να φουσκώνει

στην Κ.Δ. » Περί δε των ειδωλοθύτων, εξεύρομεν ότι πάντες έχομεν γνώσιν, η γνώσις όμως φυσιοί, ( φουσκώνει) η δε αγάπη οικοδομεί». (Α΄Κορ.8:1)

Φ[usr 3.5]
Φύραμα

ζυμάρι, ένζυμο, πηλός

Φ[usr 3.5]
Φρονώ

1. έχω τη γνώμηνομίζωπιστεύω:  στην Κ.Δ » Όπως είναι δίκαιο σε μένα να φρονώ τούτο για όλους σας, επειδή σας έχω στην καρδιά μου, και είστε όλοι εσείς, και στα δεσμά μου και στην απολογία, και στην επιβεβαίωση του ευαγγελίου, συγκοινωνοί μου στη χάρη» (Φιλ. 1:7)

2. σκέπτομαισυλλογίζομαιδιανοούμαι:  στην Κ.Δ » Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος εσυλλογιζόμην· ότε όμως έγεινα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου. (Α΄Κορ. 13:11)

Φ[usr 3.5]
Φρόνημα
1. ότι φρονεί κανείςιδεολογίααρχέςκοσμοθεωρία: » Άλλαξε τα πολιτικά του φρονήματα».
2. συναίσθηση της αξίας ή της υπεροχήςαυτοπεποίθησητο ηθικό: «Μετά τη νίκη του ο στρατός έχει υψηλό φρόνημα».
Φ[usr 3.5]
Φρενοπλάνος

1. ο απειθάρχητος χαρακτήρας ενός ανθρώπου που πλανά το λογικό του, ο ασταθής, ο περιπλανώμενος στην σκέψη,

2. αυτός που ζει μια απατηλή κατάσταση, μια ψυχική διαταραχή, μανία, παραφροσύνη

3. Στην Κ.Δ.  αυτός που εκτρέπεται από την ευθεία οδό, από την αλήθεια του ευαγγελίου. «Διότι υπάρχουσι πολλοί και ανυπότακτοι ματαιολόγοι και φρενοπλάνοι, μάλιστα οι εκ της περιτομής». (Τίτος 1:10)

Φ[usr 3.5]
Φρέαρ

πηγάδι , τεχνητή κάθετη δίοδος

Φ[usr 3.5]
Φιλόφρων

ο φιλικά διακείμενος απέναντι σε κάποιον, ο ευγενικός, περιποιητικός

Φ[usr 3.5]
Φιλότιμος
1. αυτός που έχει ζωηρή τη συναίσθηση της προσωπικής του τιμής και αξιοπρέπειαςεύθικτοςαξιοπρεπής: «Δεν δέχεται προσβολέςείναι φιλότιμος».
2. αυτός που καταβάλλει ευσυνείδητες προσπάθειες να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του ή να διακριθεί σε κάτιαυτός που έχει το ζήλο να αναδειχτείνα υπερτερήσει: «Φιλότιμος μαθητής είναι και θα προκόψει».
3. γενναιόδωροςμεγαλόδωροςχουβαρντάς
Φ[usr 3.5]
Φιλόστοργος

γεμάτος στοργή, τρυφερός

Φ[usr 3.5]
Φιλοσοφία
1. η αγάπη ή η επιδίωξη της σοφίαςη επιθυμία για γνώσηη φιλομάθεια.
2. η αναζήτηση της αλήθειαςη έρευνα της φύσης των πραγμάτωνη επιστήμη που εξετάζει τις πρώτες αρχές και αιτίες των όντων: «Η φιλοσοφία είναι η μητέρα των επιστημών».
3. το ιδιαίτερο σύστημα ιδεών και δογμάτων ενός φιλοσόφου ή μιας φιλοσοφικής σχολής ή μιας εποχήςπ.χ. Η φιλοσοφία του Σωκράτη.Η φιλοσοφία των Στωικών  Η φιλοσοφία της ελληνικής αρχαιότητας.
4. η συνολική αντίληψη και κρίση για τη ζωήο τρόπος της αντιμετώπισης της ζωής και των προβλημάτων τηςκαθώς και κάθε ιδέα που απορρέει από αυτόν τον τρόπο
Ο όροςπου σημαίνει αγάπη της σοφίαςαναφέρεται για πρώτη φορά στον ΠυθαγόραΠολλοί αρχαίοι συγγραφείςκαι μεταξύ αυτών ο Κικέρων και ο Διογένης Λαέρτιοςαφηγούνται ότι ο Πυθαγόραςδιατρέχοντας την Ελλάδαέφτασε στον Φλιούνταόπου ο Λέωντύραννος της πόληςθαυμάζοντας τις ικανότητές τουτον ρώτησε ποιος είναι και ποιο το επάγγελμά τουΕκείνος όμως απάντησε ότι δεν ξέρει κανένα ιδιαίτερο επάγγελμααλλά είναι φιλόσοφοςΟ Λέωνέκπληκτοςγιατί πρώτη φορά άκουγε τη λέξη αυτήζήτησε από τον Πυθαγόρα να του την εξηγήσει. «Κανείς», απάντησε ο Πυθαγόραςδεν είναι σοφός εκτός από τη θεότητα· στους ανθρώπους όμως δόθηκε να είναι φίλοι της σοφίαςδηλαδή φιλόσοφοι»
Φ[usr 3.5]
Φιλονικία

διχόνοιαδιένεξηλογομαχίαδιαπληκτισμόςμάλωματσάκωμα.

Φ[usr 3.5]
Φίλαυτος

αυτός που αγαπάει υπερβολικά τον εαυτό τουεγωκεντρικόςεγωλάτρηςεγωπαθήςεγωμανήςεγωιστής

Φ[usr 3.5]
Φιλαδελφία

η αγάπη για τον αδελφό την αδελφή, αδελφική αγάπη

Φ[usr 3.5]
Φθοροποιός

αυτός που προκαλεί φθορά, βλαβερός

Φ[usr 3.5]
Φθόνος

το να αισθάνεται κανείς λύπη για ξένα αγαθά για την επιτυχία άλλων,

ζηλοφθονίαζηλοτυπίαζήλιακακεντρέχεια.

Φ[usr 3.5]
Φειδωλία

η ιδιότητα τού φειδωλού, τσιγκουνιά, οικονομία, λελογισμένη χρήση ενός πράγματος αλλά και ευσπλαχνία, συμπόνια, φροντίδα για κάποιον η για κάτι

Φ[usr 3.5]
Φείδομαι

ξοδεύω με μέτρο και περίσκεψη, είμαι οικονόμος, είμαι φιλάργυρος, αλλά και φροντίζω, προνοώ για τ’ αναγκαία, συντηρώ, διατηρώ.

 

 

Φ[usr 3.5]
Φαρμακεία

δηλητηρίαση, μαγεία , γοητεία

Φ[usr 3.5]
Φαιδρότητα

εύθυμη διάθεση

Φ[usr 3.5]
Υπεξήλθεν

υπεξέρχομαι, εξέρχομαι κρυφά, αποσύρομαι

Υ[usr 3.5]
Υψηλοφρονώ

υπερηφανεύομαι

Υ[usr 3.5]
Ύσσωπος

αρωματικό φυτό όμοιο με φρύγανο (ξερός μικρός θάμνος) που χρησιμοποιούσαν για ραντισμό

Υ[usr 3.5]
Υποτάσσω

θέτω υπό την εξουσία μου

Υ[usr 3.5]
Υπόσταση

ύπαρξη

Υ[usr 3.5]
Υποπόδιο

καθετί που τοποθετείται κάτω από τα πόδια καθήμενου ατόμου για να πᾳτάει επάνω του

Υ[usr 3.5]
Υπολήνιο

λάκκος στον οποίον χύνεται ο οίνος

Υ[usr 3.5]
Υποκείμενος

αυτός που βρίσκεται από κάτω

Υ[usr 3.5]
Υπόδικος

κατηγορούμενος για αξιόποινο αδίκημα

Υ[usr 3.5]
Υπερηφάνεια

υψηλοφροσύνη, έπαρση, αλαζονεία

Υ[usr 3.5]
Υπερεκτείνω

τεντώνω κάτι υπερβολικά

Υ[usr 3.5]
Υπερεκπερισού

πολύ επί πλέον

Υ[usr 3.5]
Υπερβολή

1.η μεγαλοποίηση των πραγμάτων (αυτό που λες είναι υπερβολή) 2.υπερβολικά πάρα πολύ (η ακρότητα)

Υ[usr 3.5]
Υπερβαίνω

ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω

Υ[usr 3.5]
Υπεραίρομαι

υπερηφανεύομαι, αλαζονεύομαι

Υ[usr 3.5]
Υπεξήλθεν

(υπεξέρχομαι) εξέρχομαι κρυφά,αποσύρομαι

Υ[usr 3.5]
Τοώντι

πραγματικά, αληθινά

Τ[usr 3.5]
Τύπος

1. χτύπος, χτύπημα, πληγή. 2. ίχνος, αχνάρι, αποτύπωμα

Τ[usr 3.5]
Τρυφή

1.ζωή μαλθακή, άνετη και πλούσια, καλοπέραση 2. αγάπη για σαρκικές ηδονές, ηδυπάθεια, φιληδονία, 3. τρυφηλότης

Τ[usr 3.5]
Τρίβος

πολυσύχναστος δρόμος, δημόσιος δρόμος («ετοιμάσατε την ὁδόν του Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους του Θεού ἡμῶν», πατημένος δρόμος

Τ[usr 3.5]
Τριβόλι

1. αγριο και άχρηστο φυτό που φυτρώνει ανάμεσα σε χρήσιμα φυτά και εμποδίζει την ανάπτυξη τους, 2.το ζιζάνιο των αγρών 3. μτφ. έριδα, διχόνοια, σκάνδαλοέσπειρε ζιζάνια στην παρέα»)

Τ[usr 3.5]
Τράχηλος

ο λαιμός μαζί με τον αυχένα, ο σβέρκος

Τ[usr 3.5]
Τουτέστιν

δηλαδή

Τ[usr 3.5]
Τίκτω

γεννώ, αποφέρω, παράγω, βλαστάνω

Τ[usr 3.5]
Τέφρα

στάχτη, σποδός

Τ[usr 3.5]
Τετραχηλισμένα

(τραχηλίζομαι=φανερώνω, ανακαλύπτω) φανερωμένα

Τ[usr 3.5]
Τεταγμέναι

(τάσσομαι= ορίζω, διορίζω) διορισμένες

Τ[usr 3.5]
Τελεσφορώ

φέρνω αποτέλεσμα, φέρνω καρπούς

Τ[usr 3.5]
Τέκτονας

οικοδόμος, ξυλουργός

Τ[usr 3.5]
Τεκνογονία

τεκνοποιία

Τ[usr 3.5]
Τεθέν

(τίθημι) τοποθετώ, το τοποθετημένο

Τ[usr 3.5]
Ταπεινοφροσύνη

σεμνότητα, μετριοφροσύνη

Τ[usr 3.5]
Ταμείο της Αγίας Γραφής

ευρετήριο τών διαφόρων χωρίων τής Αγίας Γραφής

Τ[usr 3.5]
Ταμείο

δωμάτιο, κοιτώνας

Τ[usr 3.5]
Ταλαίπωρος

αυτός που υποφέρει, που υφίσταται πολλά, βασανισμένος, κακοπαθημένος

Τ[usr 3.5]
Τάζω

υπόσχομαι να δώσω κάτι

Τ[usr 3.5]
Σωφρονώ

συνετίζω, φρονιμεύω, τιμωρώ

Σ[usr 3.5]
Σχίσμα

διάσταση γνωμών, διχογνωμία

Σ[usr 3.5]
Σφύρα

1.το σφυρί 2. ένα από τρία μικρά οστά τού μέσου αφτιού το οποίο ονομάστηκε έτσι από την ομοιότητά του με το σφυρί, (κοκάλα)

Σ[usr 3.5]
Σφραγίδα

1. όργανο αποτύπωσης που έχει έγγλυφες ή ανάγλυφες παραστάσεις, γράμματα, λέξεις, φράσεις ή σύμβολα στη μία του πλευρά, τα οποία αποτυπώνονται πάνω σε αντικείμενο ή σε έγγραφο και χρησιμεύουν ως χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ή ως δηλωτικό σημείο γνησιότητάς τους

2.στην Κ.Δ. έχει το νόημα ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος ή αναμφισβήτητης απόδειξης η εγγύησης  π.χ. « γαρ σφραγίς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῑς ἔστε ἐν Κυρίῳ» 

3. η επάλειψη των πιστών με το έλαιον, χρίσμα «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου»

Σ[usr 3.5]
Σφετερίζομαι

κάνω κάτι δικό μου παράνομα

Σ[usr 3.5]
Συστέλλω

περιορίζω τον όγκο, συντομεύω

Σ[usr 3.5]
Συριγμός

σφύριγμα

Σ[usr 3.5]
Συνυποκρίνομαι

υποκρίνομαι μαζί με κάποιον

Σ[usr 3.5]
Συντέμνω

συντομεύω, περιορίζω

Σ[usr 3.5]
Συνοικώ

συμβιώνω, συζώ, συγκατοικώ

Σ[usr 3.5]
Συνιστώ

εφιστώ την προσοχή, συμβουλεύω

Σ[usr 3.5]
Συνεστώσα

(συνίσταμαι) αποτελούμαι, συμφωνώ, που έχει γίνει

Σ[usr 3.5]
Συνεστέλλομαι

συστέλλομαι, μαζεύομαι

Σ[usr 3.5]
Σύνεση

φρόνηση, περίσκεψη, νοητική δύναμη

Σ[usr 3.5]
Συνέρχομαι

συγκεντρώνομαι, έρχομαι μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο για συνεργασία, σύσκεψη, τέλεση εορτής π.χ. «ἐαν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία»

Σ[usr 3.5]
Συνεργώ

συμπράττω, συντελώ, βοηθώ

Σ[usr 3.5]
Συνεπιμαρτυρώ

ομολογώ, επικυρώνω

Σ[usr 3.5]
Συνεκέρασε

(συγκεράννυμι), συγκροτώ, ενώνω

Σ[usr 3.5]
Συνεισφορά

προσφορά χρημάτων ή άλλου πράγματος που κάνει κάποιος μαζί με άλλους για έναν κοινό σκοπό, συμβολή

Σ[usr 3.5]
Συνείδηση

η ικανότητα του ανθρώπου να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, ο έμφυτος ηθικός νόμος π.χ. Νιώθει τύψεις συνειδήσεως. – Δεν του επιτρέπει η συνείδηση να το κάνει αυτό

Σ[usr 3.5]
Συνδιαλλάσσω

συμφιλιώνω, συμβιβάζω

Σ[usr 3.5]
Συνάφεια

η άμεση σχέση, αλληλεξάρτηση

Σ[usr 3.5]
Συναγωγή

1.συγκέντρωση 2. τόπος συνάθροισης και κοινής προσευχής των Ιουδαίων

Σ[usr 3.5]
Συνάγω

συναθροίζω, συγκαλώ, συγκεντρώνω

Σ[usr 3.5]
Σύμφυτος

φυτρωμένος μαζί με άλλον

Σ[usr 3.5]
Συμπαρασύρω

παρασέρνω μαζί μου

Σ[usr 3.5]
Συμπαθώ

συμμερίζομαι την θλίψη, πάσχω

Σ[usr 3.5]
Συμβιβαστικός

υποχωρητικός, διαλλακτικός

Σ[usr 3.5]
Συκοφαντώ

αποδίδω κατηγορία, διαβάλλω, κατηγορώ

Σ[usr 3.5]
Συζευγνύω

συνδέω, ενώνω δύο πράγματα μαζί

Σ[usr 3.5]
Συγκυρία

σύμπτωση, συντυχία

Σ[usr 3.5]
Συγκοινωνός

ο έχων πρόσβαση σε κάτι, ο έχων επικοινωνία

Σ[usr 3.5]
Συγκεφαλαίωση

σύντομη επανάληψη, συνόψιση

Σ[usr 3.5]
Συγκαταβαίνω

γίνομαι επιεικής, ενδοτικός

Σ[usr 3.5]
Στρουθίο

σπουργίτι

Σ[usr 3.5]
Στρεβλώνω

κάνω κάτι στρεβλό, διαστρέφω, παραμορφώνω

Σ[usr 3.5]
Στοχάζομαι

συλλογίζομαι, σκέφτομαι

Σ[usr 3.5]
Στιλπνός

λαμπερός, γυαλιστερός

Σ[usr 3.5]
Σπυρίδα

(σπυρίς) καλάθι, ζεμπίλι

Σ[usr 3.5]
Σπουδή

βιασύνη, γρηγοράδα, προθυμία, ζήλος

Σ[usr 3.5]
Σπουδάζω

βιάζομαι, σπεύδω

Σ[usr 3.5]
Σπονδή

ιεροτελεστία στην αρχαιότητα κατά την οποία έχυναν κρασί ή λάδι στη γη από ειδικό αγγείο, συνθήκη ειρήνης.

Σ[usr 3.5]
Σποδός

1. μισοσβησμένη στάχτη, καφτή στάχτη από ξύλα ή ξυλάνθρακες, χόβολη 2. η στάχτη από καμμένο νεκρό π.χ. «διασκόρπισαν τη σποδό της στη θάλασσα» 3. στάχτη σκορπισμένη στα μαλλιά ως ένδειξη πένθους 4. γενικά τέφρα, στάχτη 

Σ[usr 3.5]
Σπλαχνικός

συμπονετικός, συμπαθών

Σ[usr 3.5]
Σπιρίδα

(σπυρίς) καλάθι, ζεμπίλι

Σ[usr 3.5]
Σπίλος

κηλίδα, λεκές, μεταφ. ηθικό στίγμα

Σ[usr 3.5]
Σουδάριο

λουρίδα άσπρου πανιού για κεφάλι νεκρού

Σ[usr 3.5]
Σκωληκόβρωτος

καταφαγωμένος, ο γεμάτος από σκουλίκια

Σ[usr 3.5]
Σκυθρωπός

κατσούφης, κατηφής

Σ[usr 3.5]
Σκύβαλο

σκουπίδι, άχρηστο, απομεινάρι

Σ[usr 3.5]
Σκόλωψ

ενόχλημα, βάσανο, πάσσαλος

Σ[usr 3.5]
Σκιά
  1. σκιαγράφημα
  2.  το σκοτεινό είδωλο αδιαφανούς σώματος, το οποίο σχηματίζεται στο έδαφος ή σε άλλη επιφάνεια όταν τοσώμα φωτίζεται από την αντίθετη διεύθυνση  π.χ. αείδε τη σκιά του και φοβήθηκε» β. «ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν»
  3.  έλλειψη φωτός, μέρος τού χώρου όπου δεν εισχωρεί η ακτινοβολία μιας φωτεινής πηγής λόγω τής παρεμβολής αδιαφανούς σώματος π.χ. «κάθεται στη σκιά, γιατί πονάει το κεφάλι του»
  4. αντανάκλαση, εικόνα στην επιφάνεια υγρού«σκιά θανάτου» — πολύ σκοτεινός τόπος, όπου κατοικούν οι ψυχές των αμαρτωλών
Σ[usr 3.5]
Σκήπτρο

πολυτελής ράβδος ως έμβλημα της εξουσίας

Σ[usr 3.5]
Σκήνωμα

το σώμα του ανθρώπου ως κατοικία της ψυχής

Σ[usr 3.5]
Σκηνοποιός

κατασκευαστής σκηνών

Σ[usr 3.5]
Σκηνοπηγία

1. Ετήσια εβραϊκή γιορτή που αρχίζει τη 15η ημέρα του μήνα Τισρί (έβδομου μήνα του εβραϊκού ημερολογίου), πέντε μέρες μετά την ημέρα του εξισλαμισμού. Αρχίζει με αργία, διαρκεί επτά ημέρες και τελειώνει πάλι με αργία. Είναι φθινοπωρινή γιορτή και στους Βιβλικούς χρόνους επισφράγιζε το τέλος της συγκομιδής των ελιών και των καρπών καθώς και του τρύγου. Οι οδηγίες για το γιορτασμό της αναφέρονται στο κγκεφάλαιο του Λευϊτικού. Την πρώτη μέρα συγκεντρώνονταν όλοι μαζί και έπαυε κάθε χειρωνακτική ασχολία. Στη συνέχεια και για επτά ημέρες γίνονταν προσφορές με φωτιά. Τη τελευταία ημέρα οι γιορταστικές εκδηλώσεις αποκορυφώνονταν με άγια σύναξη. Στη διάρκεια της Σ. οι Ισραηλίτες κατασκεύαζαν σκηνές από κλαδιά ιτιάς, φοινικιών, και άλλων δέντρων, στις οποίες έμεναν όσο αυτή διαρκούσε, σε ανάμνηση των προγόνων τους που έζησαν σε σκηνές τα 40 χρόνια της περιπλάνησης τους μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο στην έρημο τού Σινά. Η γιορτή αυτή γιορτάζεται και σήμερα,το Σεπτέμβριο, από τους ορθόδοξους Εβραίους 

2. εγκατάσταση σκηνών 

 

Σ[usr 3.5]
Σκάνδαλο

παγίδα, πειρασμός, αιτία καταστροφής, ο πλανών

Σ[usr 3.5]
Σιτηρέσιο

καθημερινή τροφή στρατιωτών

Σ[usr 3.5]
Σημεία και τέρατα

πράγματα τερατώδη, απίστευτα

Σ[usr 3.5]
Σεμνοπρεπής

σεμνός στους τρόπους

Σ[usr 3.5]
Σεμίδαλη

σιμιγδάλι

Σ[usr 3.5]
Σάρδιος

ημιπολύτιμος λίθος

Σ[usr 3.5]
Σαλεύω

κινώ, σείω, αλλάζω θέση

Σ[usr 3.5]
Σάβανα

σεντόνι περιτυλίγματος νεκρού

Σ[usr 3.5]
Ρύσαι

(ρύομαι) λυτρώνω, απελευθερώνω

Ρ[usr 3.5]
Ρυπαρία

βρωμιά, ανηθικότητα, ακαθαρσία

Ρ[usr 3.5]
Ρομφαία

πλατύ δίκοπο σπαθί

Ρ[usr 3.5]
Ρίζα

γένος, καταγωγή

Ρ[usr 3.5]
Ρήμα

λόγος, φράση, λέξη

Ρ[usr 3.5]
Ραπίζω

χαστουκίζω

Ρ[usr 3.5]
Ραδιουργία

ύπουλη και μυστική σκευωρία εναντίον κάποιου

Ρ[usr 3.5]
Πώρωση

πλήρης ηθική αναισθησία

Π[usr 3.5]
Πώποτε

ουδέποτε

Π[usr 3.5]
Πυλώνας

μεγάλη πύλη που αποτελεί την είσοδο ναού

Π[usr 3.5]
Πρωτότοκος

αυτός που γεννήθηκε πρώτος

Π[usr 3.5]
Πρώτιστος

ο πρώτος μεταξύ των πρώτων

Π[usr 3.5]
Πρώιμος

αυτός που γίνεται πρόωρα

Π[usr 3.5]
Προφητεύω

προλέγω τα μέλλοντα από τον Θεό εμπνευσμένος

Π[usr 3.5]
Πρόφαση

πλαστή δικαιολογία, πρόσχημα

Π[usr 3.5]
Προτροπή

παρόρμηση, παρακίνηση

Π[usr 3.5]
Πρότερος

προγενέστερος, πρωτύτερος

Π[usr 3.5]
Προσωποληπτώ

έχω χαριστική διάθεση έναντι σε κάποιους

Π[usr 3.5]
Προσφιλής

ο πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος

Π[usr 3.5]
Προσκόπτω

σκοντάφτω, προσκρούω

Π[usr 3.5]
Προσκαρτερώ

περιμένω υπομονετικά

Π[usr 3.5]
Πρόσκαιρα

αυτά που διαρκούν λίγο καιρό

Π[usr 3.5]
Προσηλώνω

καρφώνω, στερεώνω

Π[usr 3.5]
Προσήλυτος

αυτός που προσχώρησε σε θρησκευτικό δόγμα

Π[usr 3.5]
Προσδοκώ

περιμένω να συμβεί κάτι ευχάριστο

Π[usr 3.5]
Προσάπτω

καταλογίζω κάτι εις βάρος κάποιου

Π[usr 3.5]
Προσαναπληρώ

συμπληρώνω, αναπληρώνω

Π[usr 3.5]
Προπετής

αυθάδης, θρασύς, ορμητικός

Π[usr 3.5]
Προξενώ

γίνομαι αίτιος για να συμβεί κάτι

Π[usr 3.5]
Πρόξενος

αυτός που προκαλεί κάτι, υπαίτιος

Π[usr 3.5]
Προκρίνω

κρίνω από πριν, προαποφασίζω

Π[usr 3.5]
Προκείμενος

αυτός που βρίσκεται μπροστά

Π[usr 3.5]
Πρόκειμαι

βρίσκομαι μπροστά

Π[usr 3.5]
προΐσταμαι

είμαι επικεφαλής, διευθύνω, κυβερνώ

Π[usr 3.5]
Πρόθεση

το τραπέζι που τοποθετούνται τα ιερά σκεύη

Π[usr 3.5]
Προειρημένος

αυτός που έχει προαναφερθεί

Π[usr 3.5]
Πρόδηλος

ολοφάνερος, πασίγνωστος

Π[usr 3.5]
Πρόγνωση

πρόβλεψη

Π[usr 3.5]
Προβεβηκότες

άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας

Π[usr 3.5]
Προαίρεση

επιθυμία, διάθεση, προτίμηση

Π[usr 3.5]
Πρέσβεις

διπλωματικοί αντιπρόσωποι κράτους σε ξένη χώρα

Π[usr 3.5]
Πραιτώριο

το μέγαρο των Ρωμαίων στρατηγών

Π[usr 3.5]
πορφύρα

ύφασμα βαμμένο κόκκινο, στολή αυτοκρατόρων

Π[usr 3.5]
Πορνεύω

1. παρέχω το σώμα μου για σαρκική ηδονή έναντι χρηματικής αμοιβής 2.(για άνδρα) συνευρίσκομαι με πόρνη 3.κάνω μια γυναίκα πόρνη, εκπορνεύω, διαφθείρω 4. επιδίδομαι σε ομοφυλοφιλική (παρά φύση) ερωτική επαφή 5 .συναναστρέφομαι με ειδωλολάτρες

Π[usr 3.5]
Πομπή

πανηγυρική η θρησκευτική συνοδεία

Π[usr 3.5]
Πολιτεύομαι

μετέχω στην πολιτική διαγωγή

Π[usr 3.5]
Πολίτευμα

η πολιτεία, η πολιτική διαγωγή

Π[usr 3.5]
Ποιώ

κατασκευάζω, δημιουργώ, εκτελώ

Π[usr 3.5]
Πόθεν

από που;

Π[usr 3.5]
Ποδήρης

αυτή που φτάνει ως τ’ άκρα των ποδιών

Π[usr 3.5]
Πληρώ

εκπληρώνω, γεμίζω, κάνω κάτι τέλειο

Π[usr 3.5]
Πλήκτης

φιλόνικος, υβριστής, φίλερις

Π[usr 3.5]
Πλεονεξία

απληστία, αχορτασιά,ταμάχι. φιλοκέρδεια, η τάση να αποκτήσει κανείς κάτι που δεν το δικαιούται

Π[usr 3.5]
Πλεονάζω

είμαι παραπάνω απ’ όσο πρέπει η χρειάζομαι

Π[usr 3.5]
Πλειότερο

περισσότερο, πάρα πολλές φορές

Π[usr 3.5]
Πλέγμα

καθετί το πλεγμένο, πλεξούδα

Π[usr 3.5]
Πλάνη

λαθεμένη γνώμη η κρίση, απάτη

Π[usr 3.5]
Πιθανολογία

γνώμη για το αληθοφανές (πιθανόν)

Π[usr 3.5]
Πεφυσιωμένος

ο ψωροηπερήφανος , φουσκωμένος

Π[usr 3.5]
Περιφρονώ

θεωρώ κάτι ανάξιο προσοχής η εκτίμησης

Π[usr 3.5]
Περιτομή

περιτέμνω, η κυκλική αποκοπή τού δέρματος που καλύπτει τη βάλανο τού ανδρικού γεννητικού οργάνου

Π[usr 3.5]
Περίσσεια

περίσσευμα,πλεόνασμα, πλήθος

Π[usr 3.5]
Περισπασμός

οτιδήποτε αποσπά την προσοχή

Π[usr 3.5]
Περιπίπτω

υποκύπτω, πέφτω

Π[usr 3.5]
Περικυκλωμένος

κυκλωμένος απ’ όλες τις πλευρές

Π[usr 3.5]
Περιεργάζομαι

εξετάζω κάτι με πολύ προσοχή και με λεπτομέρεια

Π[usr 3.5]
Περιεζωσμένοι

(περιζώννυμι) αυτοί που έχουν περιζωθεί

Π[usr 3.5]
Πέρας

τέρμα, τέλος,πέρατα, στην άκρη του κόσμου

Π[usr 3.5]
Πεπωλημένος

(πωλώ),πουλημένος

Π[usr 3.5]
Πεπυρωμένοι

πυρώ=καίω, φλέγομαι από επιθυμία, αναμμένοι από επιθυμία

Π[usr 3.5]
Πεπτωκυία

πίπτω, πεσμένη

Π[usr 3.5]
Πεποίθηση

σταθερή και ακλόνητη βεβαιότητα

Π[usr 3.5]
Πεπελεκισμένος

πελεκίζω=κόβω κάτι με τσεκούρι, αυτός που έχει πελεκιστεί

Π[usr 3.5]
Πεπεισμένος

σταθερός, με ακλόνητη βεβαιότητα

Π[usr 3.5]
Πέμψας

πέμπω= ο αποστείλας, στέλνω

Π[usr 3.5]
Πατάσσω

τιμωρώ αυστηρά, χτυπώ, πληγώνω

Π[usr 3.5]
Παρώκησα

παροικώ=διαμένω σε ξένη χώρα, κατοικώ σε ξένη γη

Π[usr 3.5]
Παρρησία

θαρρετή έκφραση γνώμης

Π[usr 3.5]
Παροργισμός

1.ερεθισμός που προκαλεί οργή 2. θυμός

Π[usr 3.5]
Παροξύνω

εξάπτω, ερεθίζω, παροργίζω

Π[usr 3.5]
Παροικία

κοινότητα ομοεθνών σε ξένη χώρα

Π[usr 3.5]
Πάροδος

1. η αφηρημένη έννοια τού παρέρχομαι, η παρέλευση, το πέρασμα (α. «η πάροδος τού κινδύνου» β. «πάροδος τού χρόνου» 2. στενή οδός που οδηγεί σε μεγαλύτερη, δίοδος, διάβαση, διέλευση, μονοπάτι

Π[usr 3.5]
Παριστάνω

περιγράφω, εικονίζω, προσκομίζω

Π[usr 3.5]
Παρθένος

1.ο αγνός, καθαρός, απείραχτος, άθιχτος 2.η αγνή προς γάμο κατάλληλη κόρη 3. εικονικά περί της χριστιανικής κοινότητας

Π[usr 3.5]
Παρήγορος

αυτός που δίνει παρηγοριά, κουράγιο

Π[usr 3.5]
Πάρεστιν

(πάρειμι) είμαι κοντά, είναι δυνατόν

Π[usr 3.5]
Παρεπιδημώ

διαμένω προσωρινά σε ξένο τύπο

Π[usr 3.5]
Παρεισάγω

εισάγω κρυφά, πλαγίως

[usr 3.5]
Παραχείμαση

το ξεχειμώνιασμα, περνώ τον χειμώνα

Π[usr 3.5]
Παραφροσύνη

1.η κατάσταση τού παράφροναη απώλεια τού λογικούτρέλα

2.ασύνετος λόγος ή ασύνετη πράξη

3.φρενικό παραλήρημα

Είναι μια ασταθή ψυχική κατάσταση στην διάρκεια της οποίας ο παράφρων πλανιέται μέσα στο μυαλό του, μην μπορώντας να εκτελέσει την παραμικρή δραστηριότητα.

1.Στην Π.Δ. το ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του βασιλέως της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ και το βρίσκουμε στο βιβλίο του Δανιήλ που από τότε διδάσκει, πως η υπερηφάνεια είναι η πρώτη αιτία που δημιουργεί παραφροσύνη (απώλεια λογικού) στους ανθρώπους. Αυτό ομολογεί ο Ναβουχοδονόσορας, όταν «οι φρένες του επέστρεψαν στο μυαλό του,» αναγνωρίζοντας στον Κύριο την δύναμη που έχει, «να ταπεινώνει αυτούς που περπατούν μέσα στην υπερηφάνεια.» (Δαν.4:36-37)

2.Σύμφωνα με τον Ησαΐα, σε μια τέτοια η παρόμοια κατάσταση θα περιέλθουν π.χ. οι κάτοικοι της Αιγύπτου. Κορυφαία της χαρακτηριστικά θα είναι ο φόβος και ο τρόμος που θα συναισθάνονται, από το άκουσμα και μόνο εκείνου (ενός σκληρού βασιλιά) η εκείνων (εξωτερικοί εχθροί και εμφύλιος)  που θα τους καταθλίβουν. Το ίδιο και χειρότερα θα χτυπηθεί και το περιβάλλον που θα ζουν. Αυτό, επειδή στην κυριολεξία θ’ αφανιστεί, θα τους κάνει ευάλωτους ώστε να παραφρονήσουν εντελώς, μέχρι να γνωρίσουν τον Κύριο και να γνωριστούν απ’ αυτόν. Εκείνη την ημέρα ο Κύριος θα τους γιατρέψει,-όπως τους υπόσχεται με τον Ησαΐα,- για να τους αγαθοποιήσει και να είναι για πάντα λαός Του! (Ησ.19:1-25)

3.Την ίδια παραφροσύνη θα διασπείρει ο Κύριος ενάντια σε όλα τα έθνη της γης που θα εκστρατεύσουν εναντίον των Ισραηλιτών και της Ιερουσαλήμ, για να γνωριστεί και με αυτούς, όπως με τους Αιγυπτίους και τους Ασσύριους εκείνη την ημέρα και να τους σώσει, σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε στους πατέρες τους! (Ζαχ.12:4)

4.Ως ασύνετη πράξη χαρακτηρίζεται η παραφροσύνη του Βαλαάμ του προφήτου, την οποία μετέρχεται η Κ.Δ. ακριβώς για να καταδείξει την διαστροφή του. Δελεαζόμενος από τα δώρα του Βαλάκ βασιλέως του Μωάβ, ανόμησε ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος μεταχειρίζεται κάθε μέσον για να τον αποτρέψει από το να καταραστεί τον λαό Ισραήλ. ΔΕΝ ήταν αυτός ο ρόλος του ΟΥΤΕ αυτή η αποστολή του ως προφήτου από τον Κύριο. Ο απόστολος Πέτρος λέει, πως «Ελέγχθηκε από ένα άφωνο υποζύγιο που μίλησε με φωνή ανθρώπου, εμποδίζοντας την παραφροσύνη τού προφήτη να προβεί στην παρανομία του»  (Β΄Πέτ.2:16)

5. Για «παραφροσύνη» κατηγόρησε τον απόστολο Παύλο ο Πόρκιος Φήστος, διοικητής της Καισάρειας, ενώπιον του Αγρίππα του βασιλέως της Ιουδαίας και της Βερνίκης της συζύγου του και ενώπιον όλου του συμβουλίου, όταν αυτός απολογείτο για τον Ιησού Χρηστό. Ο Φήστος ξαφνικά και με φωνήν μεγάλη είπε· «Μαίνεσαι, Παύλε, τα πολλά γράμματα σε καταφέρουσιν εις μανίαν». Χρησιμοποιόντας  τις λέξεις  «Μαίνεσαι» και «Μανία» ήθελε να δείξει σε όλους ότι ο Παύλος βρίσκεται σε «φρενικό παραλήρημα» υποβαθμίζοντας έτσι την ομολογία του, για το πως γνωρίστηκε από τον ίδιο τον Κύριο. Η απάντηση ήρθε άμεσα από τον Παύλο ο οποίος του είπε:  Δεν μαίνομαι (δεν είμαι τρελός) κράτιστε Φήστε, αλλά προφέρω λόγους αληθείας και νοός υγιαίνοντος.(έχω δηλ. σώας τας φρένας και αυτά που λέω είναι η αλήθεια) (Πράξ.26:2425)

βλ. «άφρων» και «αφροσύνη»

Π[usr 3.5]
Παραστέκομαι

στέκω στο πλευρό, βοηθώ, συμπαρίσταμαι

Π[usr 3.5]
Παραπικραίνω

στεναχωρώ πολύ, παροξύνω

Π[usr 3.5]
Παραμυθία

παρηγοριά, προτροπή

Π[usr 3.5]
Παρακύπτω

σκύβω, υποτάσσομαι

Π[usr 3.5]
Παρακλίνω

προτρέπω, παροτρύνω

Π[usr 3.5]
Παράκλητος

ο καλούμενος σε βοήθεια

Π[usr 3.5]
Παράκληση

πρόσκληση προς βοήθεια, παρακίνηση, προτροπή

Π[usr 3.5]
Παρακαταθήκη

1. Σύμβαση με την οποία ένα πρόσωπο, φυσικό ή νομικό,ονομαζόμενο θεματοφύλακας, παραλαμβάνει από ένα άλλο πρόσωπο (παρακαταθέτη) ένα κινητό πράγμα προς φύλαξη, με την υποχρέωση να το επιστρέψει μόλις ζητηθεί.,

2.κανόνας που έθεσε σοφό ή ιερό πρόσωπο, νόμος, συμβουλή, σκέψη που πρέπει να διαφυλαχθεί ως κάτι πολύτιμο και προς το οποίο επιβάλλεται πλήρης συμμόρφωση

Π[usr 3.5]
Παραβολή

αλληγορική διήγηση με ηθικό δίδαγμα

Π[usr 3.5]
Πανταχόθεν

από παντού, από όλα τα μέρη

Π[usr 3.5]
Πανουργία

δολιότητα, πονηρό τέχνασμα, απάτη

Π[usr 3.5]
Πανηγύρι

γενικός εορτασμός θρησκευτικής εορτής, διασκέδαση, ξεφάντωμα, φιλονικία, καβγάς, ανακατωσούρα

Π[usr 3.5]
Παλιγγενεσία

αναγέννηση, ανάσταση, ανανέωση, νέα κτήση

Π[usr 3.5]
Πάλαι

τον παλιό καιρό

Π[usr 3.5]
Παιδαγωγός

αυτός που φροντίζει για την αγωγή των παιδιών

Π[usr 3.5]
Όψιμος
  1. αυτός που γεννιέται, γίνεται η παράγεται μετά από το κατάλληλο και προκαθορισμένο διάστημα, 2. καθυστερημένα, 3. αυτός που ωριμάζει αργά 4.αυτός που εκδηλώνεται με καθυστέρηση, το αντιθ. του πρώιμος
Ο[usr 3.5]
Οχληρός

ενοχλητικός, δυσάρεστος, φορτικός

Ο[usr 3.5]
Οφρύς

φρύδι, μέρος εξέχον του εδάφους

Ο[usr 3.5]
Οφθαλμοδουλεία

1.η με τους οφθαλμούς έκφραση δουλικής προθυμίας,2. επίδειξη υπερβολικού ζήλου για να φαίνεται στους άλλους

Ο[usr 3.5]
Ουδόλως

με κανένα τρόπο

Ο[usr 3.5]
Οσφύς

η μέση του ανθρώπινου σώματος. αληγ. η έδρα της αναπαραγωγικής δύναμης του άνδρα

Ο[usr 3.5]
όρνις

όρνιθα, κότα, πουλί

Ο[usr 3.5]
Όρθρος

χαραυγή, χαράματα, η πρωία

Ο[usr 3.5]
Ορέγομαι

επιθυμώ έντονα, λαχταρώ, απλώνω

Ο[usr 3.5]
Οπωσούν

κάπως

Ο[usr 3.5]
Οπωρικό

η οπώρα, το φρούτο

Ο[usr 3.5]
Όξος

ξύδι

Ο[usr 3.5]
Οξεία

αιχμηρή, σουβλερή, μυτερή, κοπτερή

Ο[usr 3.5]
Όντινα

όποιον

Ο[usr 3.5]
Ονειδίζω

επιπλήττω, κατηγορώ, χλευάζω, βρίζω

Ο[usr 3.5]
Ομόφρων

αυτός που έχει τις ίδιες ιδέες με άλλον

Ο[usr 3.5]
Ομού

ταυτόχρονα, μαζί, συγχρόνως, παρομοίως

Ο[usr 3.5]
Ομοθυμαδόν

με την ίδια ψυχική διάθεση, το ίδιο φρόνημα

Ο[usr 3.5]
Ομόζυγος

ζεμένος στον ίδιο ζυγό

Ο[usr 3.5]
Ομνύω

ορκίζομαι

Ο[usr 3.5]
Ολολύζω

βγάζω θρηνητικές κραυγές, θρηνώ δυνατά

Ο[usr 3.5]
Ολοκαύτωμα

κάθε τι που καταστρέφεται ολοκληρωτικά από φωτιά

Ο[usr 3.5]
Όλεθρος

καταστροφή, αφανισμός, φθορά, θάνατος

Ο[usr 3.5]
Οικτείρω

λυπούμαι κάποιον, ευσπλαχνίζομαι, ελεώ

Ο[usr 3.5]
Οικουμένη

ο κατοικούμενος κόσμος

Ο[usr 3.5]
Οικονομία

επιστασία, διαχείριση,«θεία οικονομία» το όλο σχέδιο τού θεού για τη σωτηρία τού κόσμου

Ο[usr 3.5]
Όθεν

άρα, επομένως, απ’ όπου, δια τούτο

Ο[usr 3.5]
Όζω

αποπνέω δυσοσμία, μυρίζω άσχημα

Ο[usr 3.5]
Οδύνη

ψυχικός πόνος, θλίψη, λύπη

Ο[usr 3.5]
Οδυρμός

θρήνος, κλαυθμός

Ο[usr 3.5]
Ξενίζω

υποδέχομαι κάποιον ξένο και τον περιποιούμαι, φιλοξενώ

Ξ[usr 3.5]
Νώτον

η ραχιαία επιφάνεια τού κορμού τού ανθρώπου

Ν[usr 3.5]
Νωθρός

βλάκας, οκνός, τεμπέλης, αργός

Ν[usr 3.5]
Νύξ

νύχτα

Ν[usr 3.5]
Ντροπή

συστολή από σεβασμό

Ν[usr 3.5]
Νουθετώ

δίνω συμβουλές, δασκαλεύω

Μ[usr 3.5]
Νόθος

ο γεννημένος από μη νόμιμο γάμο, μη γνήσιος

Ν[usr 3.5]
Νηστεία

(νη+εσθίω=δεν τρώω, νηστεύω), αφαγία

Ν[usr 3.5]
Νέφος

σύννεφο, μεγάλο πλήθος

Ν[usr 3.5]
Νεφέλη

σύννεφο

Μ[usr 3.5]
Μωρολογία

ανόητη φλυαρία

Μ[usr 3.5]
Μωραί

πνευματικά εξασθενισμένες, ανόητες

Μ[usr 3.5]
Μώμος

ελλάτωμα

Μ[usr 3.5]
Μυστήριο

κάθε τι το ακατανόητο, ασύλληπτο

Μ[usr 3.5]
Μυριάδες

αμέτρητο πλύθος

Μ[usr 3.5]
Μύλου φωνή

ο ψίθυρος που παράγει στρεφόμενος ο μύλος

Μ[usr 3.5]
Μύθος

φανταστική, ψευδής διήγηση

Μ[usr 3.5]
Μυελός

λιπώδης ουσία στα οστά, μυαλό

Μ[usr 3.5]
Μόδι

μέτρο χωρητικότητας 8,7 λίτρα

Μ[usr 3.5]
Μνημόσυνο

μνήμη, υπενθύμιση, ενθύμηση

Μ[usr 3.5]
Μισθαποδοσία

αμοιβή, απόδοση μισθού

Μ[usr 3.5]
Μιμητής

αυτός που μιλά η ενεργεί όπως ένας άλλος

Μ[usr 3.5]
Μιαίνω

ρυπαίνω, μολύνω, βεβηλώνω

Μ[usr 3.5]
Μηκέτι

όχι πλέον

Μ[usr 3.5]
Μηδείς

κανείς

Μ[usr 3.5]
Μετοικώ

αλλάζω κατοικία η τόπο

Μ[usr 3.5]
Μετατίθεμαι

τοποθετούμαι σε άλλη θέση

Μ[usr 3.5]
Μετανοώ
  1. αλλάζω γνώμη ή σκοπό,  2. λυπάμαι για αμαρτίες που έκανα ή για καλές πράξεις που παρέλειψα να κάνω 3. μετανιώνω για λάθος ή κακό που έκανα
Μ[usr 3.5]
Μεταμέλεια

αλλαγή γνώμης η απόφασης

Μ[usr 3.5]
Μεταδοτικός

αυτός που μεταδίνει κατανοητικά τις γνώσεις του

Μ[usr 3.5]
Μεταβαίνω

πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο

Μ[usr 3.5]
Μεστός

γεμάτος, πλήρης

Μ[usr 3.5]
Μεσουράνημα

στο μέσον του ουρανού

Μ[usr 3.5]
Μεσιτεύω

ενεργώ ως μεσίτης, παρεμβαίνω ή μεσολαβώ μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων για να τούς συμβιβάσω, να τούς συμφιλιώσω ή για να συνάψουν συμφωνία

Μ[usr 3.5]
Μερισθείς

διαιρεθείς, διανομέας, αυτός που μοιράζει

Μ[usr 3.5]
Μέριμνα

φροντίδα, έγνοια, πρόνοια, ανησυχία

Μ[usr 3.5]
Μεμψίμοιρος

γκρινιάρης, παραπονιάρης, δυσαρεστημένος

Μ[usr 3.5]
Μέμφομαι

κατηγορώ, κατακρίνω, κακίζω

Μ[usr 3.5]
Μέλλω

σκοπεύω, μελετώ να κάνω κάτι

Μ[usr 3.5]
Μέλας

τελείως σκοτεινός, μαύρος

Μ[usr 3.5]
Μεθόρια

σύνορα, αποτελεί όριο

Μ[usr 3.5]
Μεθοδεύω

εκτελώ κάτι με μέθοδο, με προγραμματισμό

Μ[usr 3.5]
Μεγαλαυχώ

αλαζονεύομαι, κομπάζω, καυχώμαι

Μ[usr 3.5]
Ματαιολογία

ανόητη και άσκοπη πολυλογία, κενολογία

Μ[usr 3.5]
Μαρτυρία

πληροφορία, βεβαίωση, ομολογία

Μ[usr 3.5]
Μακροθυμία

υπομονή, καρτερικότητα

Μ[usr 3.5]
Μακελείον

σφαγείο, αγορά τροφίμων

Μ[usr 3.5]
Μακαρισμός

1. το να αποκαλούν κάποιον μακάριο, το καλοτύχισμα. 2. οι εννιά σύντομοι λόγοι του Χριστού που είναι γνωστοί ως «η επί του Όρους ομιλία» και ξεκινούν με τη λέξη «μακάριοι»

Μ[usr 3.5]
Μαίνομαι

κατέχομαι από μανία, είμαι έξω φρενών

Μ[usr 3.5]
Λύτρωση

απαλλαγή από δεινά, σωτηρία

Λ[usr 3.5]
Λοίσθιος

αυτός που ψυχορραγεί, τελευταίος

Λ[usr 3.5]
Λοιμός

θανατηφόρα επιδημία

Λ[usr 3.5]
Λοιδορώ

βρίζω, χλευάζω, κοροϊδεύω, κακολογώ

Κ[usr 3.5]
Λινάριο

ποώδες φυτό με ίνες για υφαντική

Κ[usr 3.5]
Λιμός

μεγάλη πείνα από έλλειψη τροφής

Κ[usr 3.5]
Λησμονώ

ξεχνώ, αμελώ, παραβαίνω

Λ[usr 3.5]
Λαληθησομένων

λαλέω, ομιλώ, αυτών που ειπώθηκαν

Κ[usr 3.5]
Λακτίζω

κλοτσάω, χτυπάω με τα πόδια

Κ[usr 3.5]
Λαθραίος

μυστικός, κρυφός, αυτός που διαφεύγει

Κ[usr 3.5]
Κώμος
  1. είδος βακχικού χορού των διονυσιακών τελετών. 2. Αρχαιοελληνική γιορτή με μουσική και χορούς. 3. ασωτίες, γλέντια ασελγή
Κ[usr 3.5]
Κύων

σκύλος η σκύλα

Κ[usr 3.5]
Κυρτώνω

δίνω σε κάτι σχήμα κυρτό, καμπουριάζω

Κ[usr 3.5]
Κυριότητα

κατοχή ενός πράγματος, ιδιοκτησία

Κ[usr 3.5]
Κύμβαλο

1.είδος κρουστού μουσικού οργάνου, 2. το ζεύγος ορειχάλκινων δίσκων, με τη σύγκρουση των οποίων παράγεται ήχος

Κ[usr 3.5]
Κτήτορας

κύριος, κάτοχος, ιδιοκτήτης

Κ[usr 3.5]
Κρίθινος

κριθαρένιος

Κ[usr 3.5]
Κρημνός

γκρεμός, τόπος απόκρυμνος

Κ[usr 3.5]
Κρημνισμός

γκρέμισμα

Κ[usr 3.5]
Κράτος

δύναμη, ισχύς, αρχή, εξουσία

Κ[usr 3.5]
Κράτιστος

αγαθός, ισχυρότατος, ικανότατος

Κ[usr 3.5]
Κραταιός

δυνατός, ισχυρός

Κ[usr 3.5]
Κραιπάλη

μεγάλο μεθύσι, ακόλαστη οργιώδης ζωή

Κ[usr 3.5]
Κονιορτός

σύννεφο σκόνης

Κ[usr 3.5]
Κόμη

οι τρίχες της κεφαλής, τα μαλλιά

Κ[usr 3.5]
Κοίτη

το κρεβάτι, μέρος για πλάγιασμα

Κ[usr 3.5]
Κλώμενο

(κλάω=σπάω, τσακίζω, αποκόβω), σπασμένο

Κ[usr 3.5]
Κλονίζομαι

κυριεύομαι από αμφιβολία, πάω να πέσω

Κ[usr 3.5]
Κλίνη

κρεβάτι

Κ[usr 3.5]
Κλητός

καλεσμένος

Κ[usr 3.5]
Κληθή

(κλήση, καλέω=προσκαλώ ονομάζω), προσκαλεσθή

Κ[usr 3.5]
Κλάσματα

κομμάτια, ίσα μέρη μονάδος

Λ[usr 3.5]
Κινάμωμον

η κανέλα

Κ[usr 3.5]
Κέρας

εξουσία, δύναμη, εξέχουσα άκρη, κέρατο ζώου

Κ[usr 3.5]
Κεραμέας

τεχνίτης για πήλινα αγγεία η κεραμίδια

Κ[usr 3.5]
Κενόδοξος

ματαιόδοξος, άδειος απ’ όλα

Κ[usr 3.5]
Κέλευσμα

παράγγελμα, πρόσταγμα

Κ[usr 3.5]
Κεκυρωμένη

επικυρωμένη

Κ[usr 3.5]
Κεκαυτηριασμένη

(καυτηριάζω=καίω, σημαδεύω), έχει καυτηριαστεί

Κ[usr 3.5]
Κείρω

κόβω τα μαλλιά, κουρεύω

Κ[usr 3.5]
Κείμαι

βρίσκομαι, ξαπλωμένος, θαμμένος

Κ[usr 3.5]
Καύχημα

καμάρι, καύχηση, παρρησία

Κ[usr 3.5]
Καύμα

υπερβολική γεύση, ηλιόκαμα

Κ[usr 3.5]
Κάτοπτρο

κάθε επιφάνεια που αντανακλά, καθρέπτης

Κ[usr 3.5]
Κατήφεια

κατσούφιασμα, σκυθρωπότητα, λύπη

Κ[usr 3.5]
Κατεπόθη

(καταπίνω=εξολοθρεύω), εξολοθρεύθη

Κ[usr 3.5]
Καταφρονώ

περιφρονώ, φρονώ κατά τινος

Κ[usr 3.5]
Καταφεύγω

πηγαίνω κάπου για αναζήτηση προστασίας

Κ[usr 3.5]
Καταστρώνω

καταρτίζω, συντάσσω σε όλες τις λεπτομέρειες

Κ[usr 3.5]
Κατασκιάζω

σκεπάζω με σκιά, ισκιώνω

Κ[usr 3.5]
Κατασκήνωση

ο τόπος που αναπαύεται κάποιος

Κ[usr 3.5]
Καταρτίζω

διορθώνω, παρασκευάζω, συγκροτώ, μορφώ

Κ[usr 3.5]
Καταποντίζω

βυθίζω, αφανίζω, πνίγω

Κ[usr 3.5]
Καταπίεση

ισχυρά πίεση

Κ[usr 3.5]
Καταπέτασμα

ύφασμα που χωρίζει τα Άγια των Αγίων από τ’ Άγια

Κ[usr 3.5]
Καταπείθω

πείθω απόλυτα

Κ[usr 3.5]
Κατάπαυση

τελεία παύση, σταμάτημα, ανάπαυση

Κ[usr 3.5]
Κατάνυξη

βαθιά συγκίνηση μπροστά σε κάτι θείο

Κ[usr 3.5]
Καταλύω

διαλύω, καταργώ, καταστρέφω, αφανίζω

Κ[usr 3.5]
Κατάλυμμα

τόπος η χώρος προσωρινής διαμονής

Κ[usr 3.5]
Κατάλοιπο

υπόλοιπο, απομεινάρι

Κ[usr 3.5]
Καταλείπω

αφήνω πίσω μου, αφήνω και φεύγω

Κ[usr 3.5]
Καταλαλώ

κακολογώ, δυσφημώ, διαβάλλω

Κ[usr 3.5]
Κατακαίω

καίω εντελώς, όλως διόλου

Κ[usr 3.5]
Καταισχύνω

ατιμάζω, καταντροπιάζω, βρίζω

Κ[usr 3.5]
Κατάδηλος

ολοφάνερος

Κ[usr 3.5]
καταβολής κόσμου

η αρχή, το απώτατο χρονικό σημείο, αφότου πλάστηκε ο κόσμος

Κ[usr 3.5]
Καταβάλλω

νικώ, εξασθενίζω, εξαντλώ

Κ[usr 3.5]
Καρτερώ

περιμένω υπομονετικά, αντέχω

Κ[usr 3.5]
Καπηλεύω

φθείρω, απατώ, νοθεύω

Κ[usr 3.5]
Κάμπτω

λυγίζω, ταπεινώνω, εξουδετερώνω αντίσταση

Κ[usr 3.5]
Κάλαμος

το καλάμι, η γραφίδα

Κ[usr 3.5]
Κακουχία

σωματική ταλαιπωρία, βασανισμός

Κ[usr 3.5]
Κακοήθεια

ανηθικότητα, φαυλότητα, απάτη

Κ[usr 3.5]
Καίτοι

αν και, μολονότι

Κ[usr 3.5]
Καθίσταμαι

γίνομαι, καταντώ

Κ[usr 3.5]
Καθαιρώ

κατεδαφίζω, γκρεμίζω, κατασρέφω

Κ[usr 3.5]
Άγγελοι

Οι άγγελοι είναι οντότητες πνευματικές. Δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από τον κόσμο, περιβάλουν τον θρόνο του Θεού, υμνούν το μεγαλείο του, και αποστέλλονται από αυτόν για να αποκαλύψουν στους ανθρώπους το θέλημά Του.

Είναι αναρίθμητοι, προστατεύουν ανθρώπους, είναι φύλακες των λαών, ενώ εκτελούν και αποφάσεις τιμωρίας του Θεού. Στα αρχαιότερα βιβλικά κείμενα ο όρος ‘άγγελος’ συνοδεύεται με τον προσδιορισμό ‘του Κυρίου’ η ‘του Θεού’ πράγμα που δηλώνει τον ίδιο τον Θεό. Από αγγέλους εδόθη ο νόμος στον Μωυσή, πράγμα που υπογραμμίζει την θεία προέλευσή του, ( Πραξ. 7:53) όμως το πεπερασμένο της φύσης τους φανέρωνε ταυτόχρονα  και την προσωρινότητά του.(Γαλ.3:19).

  1. Οι άγγελοι διαθέτουν νοημοσύνη (Ματθ.8:29, Β` Κορ.11:3, Α` Πέτ.1:12),
  2. εκφράζουν συναισθήματα (Λουκ.2:13, Ιάκ.2:19, Αποκ.12:17),
  3. και αποδεικνύουν ότι έχουν θέληση (Λουκ.8:28-31, Β` Τιμ.2:26)
  4. Δοξάζουν το Θεό (Ψαλ.148:1-2, Ησ.6:3).
  5. Λατρεύουν το Θεό (Εβρ.1:6, Αποκ.5:8-13).
  6. Χαίρονται για ότι κάνει ο Θεός (Ιώβ 38:6-7).
  7. Υπηρετούν το Θεό (Ψαλ.103:20, Αποκ.22:9).
  8. Εμφανίζονται μπροστά στο Θεό (Ιώβ 1:6, 2:1).
  9. Είναι όργανα της δικαιοσύνης του Θεού (Αποκ.7:1,8:2).
  10. Φέρνουν απαντήσεις στην προσευχή (Πράξ.12:5-10).
  11. Βοηθούν να κερδηθούν άνθρωποι στο Χριστό (Πράξ.8:26, 10:3).
  12. Παρατηρούν την τάξη των Χριστιανών, το έργο και τις θλίψεις τους (Α` Κορ.4:9, 11:10, Εφ.3:10, Α` Πέτρ.1:12).
  13. Ενθαρρύνουν σε ώρες κινδύνου (Πράξ.27:23-24).
  14. Φροντίζουν τον δίκαιο την ώρα του θανάτου (Λουκ.16:22).
  15. Οι άγγελοι μελετούν την Αγία Γραφή και τον κόσμο επιμελέστερα από τους ανθρώπους και κερδίζουν γνώση από αυτό. (Α΄Πετρ.1:12)

Το ίδιο και οι άγγελοι –δαιμόνια, γνωρίζουν την Αγία Γραφή, την οποία είτε την κρύβουν από τους ανθρώπους είτε την διαστρεβλώνουν, επειδή μισούν την δημιουργία του Θεού και ξέρουν πως οι ίδιοι λίγο καιρό έχουν (Ματθ.4:6, Μαρκ.1;24,Ιάκ.2:19,Αποκ.12:12 κ.αλ.)

Περισσότερα: «Ο κόσμος των αγγέλων»

Α[usr 3.5]
Ευαγγέλιο

Α) Στη χριστιανική Εκκλησία ο όρος Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψαν στην ελληνική γλώσσα ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης και διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής και του θανάτου του Ιησού, εκθέτουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά σημεία του χριστιανισμού. Τα τέσσερα Ευαγγέλια έγιναν πλήρως αποδεκτά από τις πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και αποτελούν μέρος του κανόνα της Κ.Δ.

Β) Ευαγγέλιο σημαίνει: Χαρμόσυνα νέα και υποσχέσεις από τον Ιησού Χριστό που αφορούν στην Βασιλεία του Θεού.

Σ’ αυτό, ανακαλύπτουμε θησαυρό ανεκτίμητο και δώρα από τον Θεό αμετάκλητα, που εάν με σύνεση τα χρησιμοποιήσουμε στην καθημερινότητά μας, η ζωή μας θα ‘επαναπροσδιορισθεί’, ο χαμένος χρόνος θ’ αναπληρωθεί και τα οφέλη που θα έχουμε εξασφαλίσει θα είναι αληθινά και όχι ψεύτικα. Μένοντας στο δικό του  θεόπνευστο πλαίσιο  και σωτήριο σχέδιο δράσης,- χωρίς τα μέτρα  και τα σταθμά της ανθρώπινης επινόησης,- η ανταμοιβή είναι εξασφαλισμένη, αφού το ευαγγέλιο σου διδάσκει την Θείωση μέσα από την υπακοή και σου υπόσχεται δόξα μαθαίνοντάς σου την ταπείνωση! (Ρωμ.11:29) 

Περισσότερα: Εισαγωγή στην Βίβλο

Ε[usr 3.5]
Καινή Διαθήκη

Η έκφραση «Καινή Διαθήκη» προέρχεται από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, ο οποίος κατά τον μυστικό δείπνο είπε. «τούτο γάρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». (Ματθ.26:28) δηλώνοντας έτσι τη νέα περίοδο της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού. Η νέα αυτή περίοδος για την ανθρωπότητα, που εγκαινιάζει ο Χριστός με την σάρκωσή του και σφραγίζει με το σταυρικό του θάνατο και την ανάσταση, αποτελεί πραγματοποίηση των υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης, στα χρόνια της οποίας οι προφήτες οραματίσθηκαν μια καινούργια, αιώνια διαθήκη ανάμεσα στο Θεό και το λαό Του.

Ήδη ο Ιερεμίας προαναγγέλλει.  «έρχονται μέρες, λέει ο Κύριος που θα κάνω καινούρια διαθήκη με το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα…..» ( Ιερ.31:31 & 32:40).

Η υπόσχεση αυτή πραγματοποιήθηκε  όχι μόνο για το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα αλλά για όλη την ανθρωπότητα, που μπορεί να καρπωθεί τις συνέπειες της σταύρωσης και της ανάστασης.

τα Ευαγγέλια μαζί με τις Επιστολές και τα λοιπά βιβλία της Κ. Διαθήκης απαριθμούνται στο σύνολό τους 27 και καθιερώθηκαν ως «Γραφή» και ως η «Κ. Διαθήκη».

Περισσότερα : Εισαγωγή στην Βίβλο

Κ[usr 3.5]
Παλαιά Διαθήκη

Με τον όρο «Παλαιά Διαθήκη» δηλώνεται το πρώτο μέρος μιας συλλογής 39 θεόπνευστων βιβλίων, που αποτέλεσε την πρώτη Αγία Γραφή της αρχαίας χριστιανικής Εκκλησίας και που αναγνωρίζεται και από τον ιουδαϊσμό ως ιερή Βίβλος του. 0 όρος «διαθήκη», που κατά κυριολεξία δηλώνει την τελευταία έκφραση της βούλησης ενός προσώπου, Στη βιβλική γλώσσα αποτελεί απόδοση στα ελληνικά μιας εβραϊκής λέξης που σημαίνει «συνθήκη», «συμμαχία», «σύμβαση» ή «συμφωνία». ο όρος χρησιμοποιείται στη Βίβλο ειδικότερα για να δηλώσει την ιδιότυπου χαρακτήρα συμφωνία που διέπει τις σχέσεις του θεού με άτομα (Γεν 9,8εξ· 15,18-17,1 εξ) ή το λαό του Ισραήλ (Εξ κεφ. 19-24) και στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

περισσότερα: Εισαγωγή στην Βίβλο

Π[usr 3.5]
Βίβλος

α) Ένας εξευρωπαϊσμένος όρος της Αγίας Γραφής, που προέκυψε κατά την μεταγλώττισή της στα Λατινικά  από την μεταφορά της ελληνικής λέξης βιβλίο. (Ματθ.1:1)

β) Οι όροι «Βίβλος» η «Αγία Γραφή» δηλώνουν στη χριστιανική παράδοση δύο συλλογές βιβλίων: Μια αρχαιότερη, την «Παλαιά Διαθήκη» και μια νεότερη, την «Καινή Διαθήκη», που αναφέρονται στην αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Έτσι, η Βίβλος δεν είναι προϊόν ενός συγγραφέα ή μίας εποχής, αλλά περιλαμβάνει κείμενα που καλύπτουν μια μακραίωνη χρονική περίοδο, στα οποία αντικατοπτρίζονται οι γλωσσικές ιδιομορφίες και τα εκφραστικά μέσα της κάθε εποχής, οι φιλοσοφικές, θεολογικές και θρησκευτικές ιδέες και αντιλήψεις, καθώς και τα κάθε φορά πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα. Όμως η Βίβλος δεν είναι μόνον ανθρώπινο έργο αλλά και θείο, καθώς δεν είναι προϊόν γραφείου, καρπός των θεωρητικών αναζητήσεων κάποιου διανοουμένου ή το κατασκεύασμα κάποιου ιερατείου, αλλά πίσω από κάθε βιβλικό κείμενο υπάρχει η αποκάλυψη του Θεού προς το λαό του, ο οποίος τη βίωσε και διατήρησε ζωντανή στην παράδοση του την εμπειρία της.

Περισσότερα: «Εισαγωγή στην Βίβλο»

Β[usr 3.5]
Αγία Γραφή

Η Αγία Γραφή η αλλιώς η Βίβλος είναι ένα βιβλίο με σπουδαία και αξιόλογα θέματα, γραμμένα σε διαφορετικές μεταξύ τους εποχές με πλήθος αναφορές σε αληθινά πρόσωπα και εξακριβωμένα γεγονότα, μερικά από τα οποία συνέθεσαν την ανθρώπινη ιστορία από την αρχή του κόσμου. Η συγγραφή του έχει γίνει με ύφος απλό και κατανοητό από αρκετούς ανθρώπους, με κάποιους να έχουν γνώσεις και άλλοι όχι. Η  θεόπνευστη διδασκαλία του, το καθιστά απαραίτητο για μικρούς και μεγάλους όπως και ιδιαίτερα επίκαιρο, αφού αναφέρεται στις ημέρες μας με πολλές λεπτομέρειες σ’ αυτές, ονομάζοντάς τες «έσχατες». Η εκπλήρωση ενός μεγάλου μέρους του, το κάνει εντελώς ξεχωριστό  και το καθιστά άκρως προφητικό! (Β΄Τιμ.3:16, Β΄Πετρ.1:20) 

Περισσότερα «Εισαγωγή στην Βίβλο»

Α[usr 3.5]
Λόγος

α) Το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός

β) Στη φιλοσοφία Λόγος είναι η «ρυθμιστική αρχή του σύμπαντος», ενώ η λέξη στην Π.Δ. χρησιμοποιείται με συναφή έννοια ως εκδήλωση  της «Σοφίας» του Θεού.

γ) Στην Κ.Δ. αποσαφηνίζεται πλήρως στον ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο προσωπικός χαρακτήρας του Λόγου που προϋπήρχε στον Θεό, ο οποίος ήρθε στον κόσμο σταλμένος από τον Πατέρα, για να εκπληρώσει την αποστολή του και να επιστρέψει πάλι σ’ αυτόν, όταν η αποστολή του εκπληρωνόταν. Ως  «Θεός – Λόγος»  είναι παρών πριν από τον κόσμο όπου τα πάντα δημιουργούνται και συντηρούνται από αυτόν.  Κι ενώ στην Π.Δ. κρατάει μια ποικιλόμορφη σχέση με τα έθνη και ιδιαίτερα με τον Ισραήλ, στην Κ.Δ. ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού  για να διακηρύξει την δόξα και το σωτήριο έργο του, ως Λόγος του Θεού.

δ) ο Γραπτός Λόγος του Θεού: Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, όσο και οι απόστολοι αλλά και οι ευαγγελιστές, ΣΥΣΤΗΝΟΥΝ τον ΓΡΑΠΤΟ Λόγο του Θεού,-Παλαιά & Νέα Διαθήκη με έμφαση στην Ν. Διαθήκη,- ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής μελέτης ενός χριστιανού και σημείο αναφοράς και πίστεως στο πρόσωπό Του, με συγκεκριμένες οδηγίες που είναι μέσα σ’ αυτόν, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟΥ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ, ούτε βιβλία ούτε παραδόσεις, είτε αυτά να είχαν δοθεί γραπτά είτε προφορικά. Β΄Πέτ.1:19, Ψαλμ.18:30, 119:18, 41,61,105,116,140,148/Ησα.28:13, 55:11,66:2/Ιερ.15:16 κ. αλ.

Λ[usr 3.5]
Εν αρχή

στην αρχή

Ε[usr 3.5]
απαρχή
1. έναρξη θυσίας, η πρώτη προσφορά, η προσφορά των πρώτων καρπών της συγκομιδής
2. αρχή, έναρξη
3. το πρώτο και καλύτερο μέρος κάθε πράγματος.
Α[usr 3.5]
αρχή
1. τοπικό ή χρονικό σημείο απόπου ξεκινά κάποιος, η αφετηρία ή η έναρξη
2. η πρώτη αιτία
3. η βάση, η προϋπόθεση
4. το μόνο ή κύριο συστατικό στοιχείο
5. ο κανόνας ο διατυπωμένος επιστημονικά
6. ο αρχηγός, η εξουσία, το κράτος, η κυβέρνηση
7. στον πληθ. αρχές/τα δημόσια αξιώματα,  οι δυνάμεις,  οι αόρατες εξουσίες .
Α[usr 3.5]
Ίσταμαι

κατέχω αξίωμα, στέκω

Ι[usr 3.5]
Ίριδα

το ουράνιο τόξο

Ι[usr 3.5]
Ιμάτια

ρούχα, ενδύματα, μανδύας

Ι[usr 3.5]
‘Ιλεως

συγκαταβατικός, ευμενής, (για τον θεό) εύσπλαγχνος, πολυέλεος

Ι[usr 3.5]
Ιλαστήριο

κάτι που προσφέρεται προς εξιλέωση, μέσο εξιλασμού 2. το ιλαστήριο: το κάλυμμα τής κιβωτού στα άγια τών αγίων

Ι[usr 3.5]
Ιλασμός

1. εξιλέωση, εξευμενισμός 2. συγχώρηση, άφεση, χάρη 3. εξαγνισμός, καθαρμός

Ι[usr 3.5]
Ιλαρότητα

η καλή ψυχική διάθεση, ευθυμία, φαιδρότητα

Ι[usr 3.5]
Ικετεύω

ζητώ βοήθεια, προστασία, παρακαλώ θερμά, προσεύχομαι στον θεό

Ι[usr 3.5]
Ιερουργώ

τελώ θρησκευτική τελετή

Ι[usr 3.5]
Ιεροσυλία

Η ανόσια διαρπαγή, η κλοπή αντικειμένων από κάποιο ιερό οικοδόμημα (ναό, τάφο κλπ.), κατά τρόπο ώστε το τελευταίο να υφίσταται διάρρηξη και βεβήλωση.

Ι[usr 3.5]
Ιερατεία

το αξίωμα τού ιερέα, η ιερωσύνη

Ι[usr 3.5]
Ίασπις

πολύτιμη αδιαφανής πέτρα. Παρουσιάζεται με διάφορες και συχνά ζωηρόχρωμες αποχρώσεις, από γαλάζιο έως κίτρινο και από φαιό έως κόκκινο

Ι[usr 3.5]
Θύση

(θύω=αφανίζω, καταστρέφω, θυσιάζω), να καταστρέψει

Θ[usr 3.5]
Θυμίαμα

ειδικό ρετσίνι που όταν καίγεται βγάζει καπνούς με ευχάριστη μυρουδιά, λιβάνι

Θ[usr 3.5]
Θέτω

τοποθετώ, βάζω

Θ[usr 3.5]
Θεράπων

ο ασχολούμενος με ζήλο σε κάτι, ο υπηρέτης

Θ[usr 3.5]
Θεατρίζομαι

γελοιοποιούμε, διακωμωδίζομαι

Θ[usr 3.5]
Θαύμα

ένα υπερφυσικό γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική και τα επιστημονικά δεδομένα

Θ[usr 3.5]
Θάμβος

κατάπληξη, θαυμασμός, τρόμος

Θ[usr 3.5]
Ημιθανής

αυτός που είναι μεταξύ ζωής και θανάτου

Η[usr 3.5]
Ημέτερος

αυτός που ανήκει σε μας, δικός μας

Η[usr 3.5]
Ήμαρτον

έσφαλα, αναγνωρίζω το αμάρτημά μου, συγχώρεσέ με, έλεος 2. «ήμαρτον, Θεέ μου!»  αναφώνηση ανθρώπου που βλαστήμησε ή σκέφθηκε κάτι κακό και μετανοεί

Η[usr 3.5]
Ήλος

καρφί

Η[usr 3.5]
Ήγουν

δηλαδή

Η[usr 3.5]
Ζώσης

ζωντανή, ζωή

Ζ[usr 3.5]
Ζωοποιός

αυτός που δίνει ζωή

Ζ[usr 3.5]
Ζόφος

βαθύ σκοτάδι

Ζ[usr 3.5]
Ζηλωτής

θεοσεβής, θρήσκος, γεμάτος από ζήλο

Ζ[usr 3.5]
Ζηλότυπος

ζηλιάρης

Ζ[usr 3.5]
Ζήλος

έντονη, προθυμία για εκτέλεση έργου

Ζ[usr 3.5]
Ζέω

βράζω, κοχλάζω

Ζ[usr 3.5]
Ζεμπίλι

είδος σάκου από καουτσούκ, ψάθα κ.τ.λ.

Ζ[usr 3.5]
Έχιδνα

φαρμακερό φίδι, οχιά

Ε[usr 3.5]
Εφεύρεση

επινόηση νέας μεθόδου, νέου μέσου

Ε[usr 3.5]
Εφεξής

από εδώ και πέρα

Ε[usr 3.5]
Εφείσθη

(φείδομαι=προσέχω, απέχω, λυπούμαι), λυπήθηκε

Ε[usr 3.5]
Ευφραίνω

προξενώ έντονη ευχαρίστηση, χαροποιώ

Ε[usr 3.5]
Έυφημος

αυτός που έχει καλή φήμη

Ε[usr 3.5]
Ευτελής

ταπεινός, μικροπρεπής, φτηνός

Ε[usr 3.5]
Ευσχημοσύνη

ευπρέπεια, σεμνότητα, καλή διαγωγή

Ε[usr 3.5]
Εύσπλαχνος

σπλαχνικός, πονετικός, ελεήμων

Ε[usr 3.5]
Ευπρόσδεκτος

αυτός που τον δέχονται με ευχαρίστηση

Ε[usr 3.5]
Ευπορώ

έχω πόρους ζωής, ευημερώ

Ε[usr 3.5]
Ευνουχισμένος

Η εκτομή των γεννητικών οργάνων (όρχεις) του αρσενικού. Ο ευνουχισμός προκαλεί εξαφάνιση των δευτερευόντων χαρακτήρων του φύλου αλλά και της σεξουαλικής παρόρμησης

Ε[usr 3.5]
Ευμετάδοτος

αυτός που μεταδίνεται εύκολα, μεταδοτικός

Ε[usr 3.5]
Ευλάβεια

Θεοσέβεια, σεβασμός προς τα θεία, σέβας

Ε[usr 3.5]
Ευκατάλυπτο

κατανοητό

Ε[usr 3.5]
Ευδοκιμώ

επιτυγχάνω, διακρίνομαι, αναπτύσσομαι

Ε[usr 3.5]
Ευδοκία

αγαθή προαίρεση, ευμένεια, ευαρέσκεια

Ε[usr 3.5]
Ευγνώμων

αυτός που αναγνωρίζει κάποια χάρη ή προσφορά που τού έγινε και τιμά τον ευεργέτη του

Ε[usr 3.5]
Ευαρεστώ

προκαλώ ευχαρίστηση, γίνομαι αρεστός

Ε[usr 3.5]
Ευαγγελίζω

φέρνω καλές ειδήσεις, ευχάριστα μηνύματα

Ε[usr 3.5]
Έτυπτεν

(τύπτω=χτυπώ, επιτιμώ), χτυπούσε

Ε[usr 3.5]
Έτι

ακόμα, επιπλέον

Ε[usr 3.5]
Ετεροδιδάσκαλος

όποιος διδάσκει διαφορετικά αποκλίνοντας από την αλήθεια

Ε[usr 3.5]
Ετελέσθη

(τελώ), τελειώνω, τελειώθηκε

Ε[usr 3.5]
Εσκίρτησαν

σκιρτάω, αναπηδώ, τινάζομαι ξαφνικά

Ε[usr 3.5]
Έσβεσαν

(σβέννυμι), σβήνω, εξαλείφω

Ε[usr 3.5]
Ερρέθη

( λέγομαι), ειπώθη

Ε[usr 3.5]
Έριδα

φιλονικία, λογομαχία, καβγάς, διχόνια

Ε[usr 3.5]
Επλήσθησαν

(πίπλημι=γεμίζω, είμαι χορτασμένος), γέμισαν

Ε[usr 3.5]
Επίτροπος

ο διαχειριστής, ο επιμελητής

Ε[usr 3.5]
Επιτιμώ

επιπλήττω, μαλώνω, προτρέπω

Ε[usr 3.5]
Επιτήδειος

κατάλληλος για ορισμένο σκοπό

Ε[usr 3.5]
Επιτελώ

εκτελώ, πραγματοποιώ, αποτελειώνω

Ε[usr 3.5]
Επιτάσσω

διατάζω, προστάζω, ενεργώ επίταξη

Ε[usr 3.5]
Επιταγή

διαταγή, προσταγή

Ε[usr 3.5]
Επισωρεύω

σωρεύω το ένα επάνω στο άλλο

Ε[usr 3.5]
Επισύρω

σέρνω προς το μέρος μου

Ε[usr 3.5]
Επιστώθης

(πιστώ=διαβεβαιώ, δεσμεύω, έχω εμπιστοσύνη,) εβεβαιώθηκες

Ε[usr 3.5]
Επιστήμων

αυτός που γνωρίζει κάτι πληρέστερα

Ε[usr 3.5]
Επισκοπώ

εξετάζω, βλέπω από ψηλά, επιθεωρώ

Ε[usr 3.5]
Επιπλήττω

επιτιμώ, μαλώνω, ονειδίζω, ελέγχω

Ε[usr 3.5]
Επιούσιος

ο επαρκής για την κάθε μέρα (άρτος), ο αναγκαίος, ο καθημερινός

Ε[usr 3.5]
Επίορκος

αυτός που αθέτησε την υπόσχεση όρκου

Ε[usr 3.5]
Επιμελούμαι

φροντίζω, ασχολούμαι με ζήλο

Ε[usr 3.5]
Επίλοιπον

υπολειπόμενο, αυτό που απομένει

Ε[usr 3.5]
Επιλήσμων

αυτός που ξεχνά εύκολα, ξεχασιάρης

Ε[usr 3.5]
Επίκειται

αναμένεται να συμβεί κάτι από στιγμή σε στιγμή

Ε[usr 3.5]
Επικαλούμε

ονομάζω, επικαλώ, κάνω έκκληση σε κάτι, ζητώ βοήθεια

Ε[usr 3.5]
Επιθέτω

τοποθετώ κάτι πάνω σε άλλο

Ε[usr 3.5]
Επιείκεια

η συγκατάβαση και ιδίως η τιμωρία αδικήματος ή σφάλματος με ηπιότητα

Ε[usr 3.5]
Επίγνωση

ακριβής και ενσυνείδητη γνώση

Ε[usr 3.5]
Επιβαρύνω

επαυξάνω το βάρος

Ε[usr 3.5]
Επέκεινα

περισσότερο, ακόμα μακρύτερα

Ε[usr 3.5]
Επεισαγωγή

(επεισάγω=προσκομίζω,γέρνω μέσα) εισαγωγή νέων προσώπων

Ε[usr 3.5]
Επειθής

υπάκουος, ο ευκόλως πειθόμενος

Ε[usr 3.5]
Επέθηκεν

(επιτίθημι,=τοποθετώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο, εφαρμόζω), έβαλε

Ε[usr 3.5]
Επανόρθωση

διόρθωση, ανασκευή, ικανοποίηση

Ε[usr 3.5]
Επαίσχυντος

αυτός που φέρνει ντροπή

Ε[usr 3.5]
Επαίρομαι

καυχιέμαι, υψώνομαι, μεγαλαυχώ

Ε[usr 3.5]
Επαγγελία

υπόσχεση, αγγελία, είδηση

Ε[usr 3.5]
Εξουθενώ

εξευτελίζω, ταπεινώνω, περιφρονώ

Ε[usr 3.5]
Εξολοθρεύω

εξοντώνω, αφανίζω, καταστρέφω εντελώς

Ε[usr 3.5]
Εξιλέωση

καθαρισμός ψυχής από αυτοτιμωρία

Ε[usr 3.5]
Εξηχρειώθησαν

(εξαχρειώ-εξαχρειώνω=καθιστώ κάποιον η κάτι αχρείο η άχρηστο, διαφθείρω τα ήθη, εξευτελίζω), διεφθάρησαν ως προς τα ήθη, εξευτελίστηκαν

Ε[usr 3.5]
Έξη

συνήθεια από επανάληψη ιδίους πράξεως

Ε[usr 3.5]
Εξέτεινα

(εκτείνω=εξαπλώνω,τεντώνω) εξάπλωσα

Ε[usr 3.5]
Εξερχόμενα

αυτά τα οποία βγαίνουν

Ε[usr 3.5]
Εξεμέσω

θα κάνω εμετό

Ε[usr 3.5]
Εξέλθη

(εξέρχομαι=βγαίνω έξω), βγήκε έξω

Ε[usr 3.5]
Εξεκέντησαν

(εκ κεντώ) διατρυπώ, ερεθίζω, ενοχλώ

Ε[usr 3.5]
Εξεκαύθησαν

(εκκαίω=καίω εντελώς, παροξύνω), παροξύνθηκαν

Ε[usr 3.5]
Εξεδίκησε

(εκδικώ=παρέχω δίκιο, υπερασπίζω, τιμωρώ), πήρε το δίκιο

Ε[usr 3.5]
Εξεγείρω

ξεσηκώνω, αφυπνίζω, διεγείρω

Ε[usr 3.5]
Εξεβλήθη

(εκβάλλω=ρίχνω έξω, απομακρύνω), ρίχτηκε έξω

Ε[usr 3.5]
Έξαψη

διέγερση, θυμός

Ε[usr 3.5]
Εξάπτομαι

οργίζομαι, ανάβω

Ε[usr 3.5]
Εξαπατώ

ξεγελώ, παραπλανώ, απατώ

Ε[usr 3.5]
Εξαλείπτω

σβήνω, καταργώ, αφανίζω, διαγράφω

Ε[usr 3.5]
Εξαγριώνω

εξοργίζω σε μεγάλο βαθμό

Ε[usr 3.5]
Εξαγνίζω

καθαρίζω από αμαρτία

Ε[usr 3.5]
Εντρυφώ

ασχολούμαι με κάτι με συνέπεια

Ε[usr 3.5]
Ενιαυτός

το έτος

Ε[usr 3.5]
Ενεπλήσθησαν

(πίπλημι=γεμίζω), είμαι χορτασμένος, γέμισαν

Ε[usr 3.5]
Ενδημώ

παραμένω σε κάποιο τόπο

Ε[usr 3.5]
Ενδεής

φτωχός, στερημένος, ο έχων ανάγκη

Ε[usr 3.5]
Εναποθέτω

αποθέτω κάπου, ακουμπώ, στηρίζω

Ε[usr 3.5]
Εναπελείφθη

(εναπολείπομαι=αφήνομαι πίσω) απέμεινε

Ε[usr 3.5]
Εμφυσώ

φυσάω προς τα μέσα

Ε[usr 3.5]
Έμφρονες

συνετοί, φρόνιμοι

Ε[usr 3.5]
Έμφοβος

ο κατεχόμενος με φόβο

Ε[usr 3.5]
Εμπλουτισμός

πλουτισμός σε χρήσιμα συστατικά

Ε[usr 3.5]
Εμπεριπλέκω

εμπλέκω, μπερδεύω, περιπλέκω

Ε[usr 3.5]
Εμπαίζω

κοροϊδεύω, εξαπατώ, χλευάζω

Ε[usr 3.5]
Εμπαιγμός

χλευασμός, περιγέλασμα, απάτη

Ε[usr 3.5]
Εμέμφησαν

(μέμφομαι=κατηγορώ) κατηγόρησαν

Ε[usr 3.5]
Εμέθεξαν

μετέχω, παίρνω μέρος σε κάτι, συμμετείχαν

Ε[usr 3.5]
Εμβατεύω

ενασχολούμαι σε βάθος

Ε[usr 3.5]
Εμβάλλω

ρίχνω μέσα, βάζω

Ε[usr 3.5]
Έλκος

πληγή

Ε[usr 3.5]
Ελιμενίσθησαν

ελλιμενίζομαι, αράζω στο λιμάνι

Ε[usr 3.5]
Έλαχον

(λαγχάνω=λαμβάνω δια κλήρου) έτυχον

Ε[usr 3.5]
Ελαφρότητα

επιπολαιότητα, έλλειψη σοβαρότητας

Ε[usr 3.5]
Ελαύνω

οδηγώ, τρέχω, κωπηλατώ

Ε[usr 3.5]
Εκχέω

χύνω προς τα έξω, ξεχύνω, μοιράζω

Ε[usr 3.5]
Έκφύω

γεννώ, παράγω, φυτρώνω, βλαστάνω

Ε[usr 3.5]
Εκφεύγω

ξεφεύγω

Ε[usr 3.5]
Έκτρωμα

το έσχατο πάντων, το ευτελέστερο

Ε[usr 3.5]
Εκτρέπομαι

απομακρύνομαι από την αρχική μου θέση

Ε[usr 3.5]
Έκσταση

η δια οράσεων αποκάλυψη  θείων μυστικών στον άνθρωπο 

Ε[usr 3.5]
Εκπορεύονται

προέρχονται, πηγάζουν, εξέρχονται

Ε[usr 3.5]
Εκπληρώνω

πληρώ εντελώς, εκ πληρώ υπόσχεση

Ε[usr 3.5]
Εκπίπτω

πέφτω έξω, ξεπέφτω, παύω

Ε[usr 3.5]
Έκπαλαι

από παλιά, από πολύ καιρό

Ε[usr 3.5]
Εκούσιος

αυτός που γίνεται με την θέλησή του

Ε[usr 3.5]
Εκλελυμένος

αποκαμωμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος

Ε[usr 3.5]
Εκκλησία

συνάθροιση λαού, το σύνολο των πιστών

Ε[usr 3.5]
Εκεχυμένος

(χέω) χύνω, χυμένος

Ε[usr 3.5]
Εκδικώ

ανταποδίδω το κακό, τιμωρώ

Ε[usr 3.5]
Εκδικητής

ο εκδικούμενος , τιμωρός

Ε[usr 3.5]
Εκβολή

εξαγωγή, απόρριψη

Ε[usr 3.5]
Έκβαση

έξοδος, απαλλαγή, το τέλος

Ε[usr 3.5]
Εισφέρω

προσφέρω

Ε[usr 3.5]
Είρηται

έχει λεχθεί

Ε[usr 3.5]
Ειρημένο

ειπωμένο

Ε[usr 3.5]
Ειδωλόθητα

αυτά που θυσίαζαν στα είδωλα

Ε[usr 3.5]
Έδραμε

έτρεξε

Ε[usr 3.5]
Εδραίωμα

στήριγμα, βάση

Ε[usr 3.5]
Εγκύπτω

επιδίδομαι με ιδιαίτερο ζήλο

Ε[usr 3.5]
Εγκολπώνομαι

αποδέχομαι κάτι με ευχαρίστηση

Ε[usr 3.5]
Εγκεντρίζω

μπολιάζω, κεντώ

Ε[usr 3.5]
Εγκαλώ

καταγγέλλω, πηγαίνω κάποιον στο δικαστήριο

Ε[usr 3.5]
Εγείρω

αφυπνίζω, ανυψώνω, ορθώνω, σηκώνω

Δ[usr 3.5]
Δώμα

ταράτσα

Δ[usr 3.5]
Δυσερμήνευτος

αυτός που ερμηνεύεται δύσκολα

Δ[usr 3.5]
Δυσεντερία

λοιμώδης αρρώστια εντέρων

Δ[usr 3.5]
Δουλαγωγώ

υποδουλώνω, έχω κάποιο δούλο

Δ[usr 3.5]
Δόλος

μέσο η τέχνασμα για εξαπάτηση

Δ[usr 3.5]
Διώκω

διώχνω, ασκώ δικαστική πράξη

Δ[usr 3.5]
Διχοστασία

χωρισμός, διαίρεση, σχίσμα

Δ[usr 3.5]
Διχόνια

ασυμφωνία γνωμών, διαφωνία

Δ[usr 3.5]
Δίστομος

δίκοπος, αυτός που έχει δύο κόψεις

Δ[usr 3.5]
Διόσκουροι

ημίθεοι. Οι δίδυμοι γιοι τού Δία και τής Λήδας, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης των οποίων ο αστερισμός αντιστοιχούσε στο ζώδιο των Διδύμων. Προστάτες των ναυτιλλομένων και αδελφοί της ωραίας Ελένης

Δ[usr 3.5]
Διό

γι’ αυτό

Δ[usr 3.5]
Διεσπαρμένος

διασκορπισμένος

Δ[usr 3.5]
Διεγείρω

τονώνω, ζωηρεύω, προκαλώ, ξυπνώ

Δ[usr 3.5]
Διδαχή

διδασκαλία

Δ[usr 3.5]
Διαφθείρω

καταστρέφω, βλάπτω ηθικά

Δ[usr 3.5]
Διατρίβω

διαμονή σε κάποιον τόπο

Δ[usr 3.5]
Διάταξη

τακτοποίηση, διαταγή, προσταγή

Δ[usr 3.5]
Διασάφηση

διευκρίνιση, εξήγηση, ερμήνευση

Δ[usr 3.5]
Διαρπάζω

αρπάζω με την βία

Δ[usr 3.5]
Διανομή

το χώρισμα σε μέρη, μοιρασιά

Δ[usr 3.5]
Διαμερίζω

χωρίζω σε μέρη

Δ[usr 3.5]
Διαλλαγή

συμβιβασμός, συμφιλίωση

Δ[usr 3.5]
Διαθήκη

συνθήκη Θεού και ανθρώπων, συμφωνία, διάταξη,  έγγραφο στο οποίο εκφράζεται ο τρόπος με τον οποίο επιθυμεί κάποιος να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατό του

Δ[usr 3.5]
Διαθέτης

αυτός που καθορίζει την διαθήκη του με επίσημο τρόπο,  ο κληροδότης

Δ[usr 3.5]
Διάδημα

Ταινία που περιδένει τα μαλλιά ή στεφάνι η στέμμα από χρυσό ή άλλο υλικό που φορούσαν στο κεφάλι ως κόσμημα ή σύμβολο εξουσίας από την αρχαιότητα.

Δ[usr 3.5]
Διάγω

διαβαίνω, ζω, περνώ τον καιρό μου

Δ[usr 3.5]
Διάβολος

ο και διάολος, ο 1. Κακό και βλαβερό πνεύμα, το πνεύμα του πονηρού, ο Σατανάς, ο πειράζων 2. ‘Ανθρωπος κακός, μοχθηρός, πονηρός και πανούργος

Δ[usr 3.5]
Δημηγορώ

βγάζω λόγο στον λαό, αγορεύω

Δ[usr 3.5]
Δηλώ

δηλώνω, γνωστοποιώ, ανακοινώνω επίσημα

Δ[usr 3.5]
Δηλονότι

δηλαδή,  σαφώς, φανερά, εμφανώς. Από τη φράση «δήλον (εστί) ότι»

Δ[usr 3.5]
Δεσπότης

άρχοντας, επίσκοπος, δυνάστης, κύριος

Δ[usr 3.5]
Δεσμά

κάθειρξη, στέρηση της ελευθερίας, οι αλυσίδες των καταδίκων

Δ[usr 3.5]
Δεκάτη

φόρος ίσος με το 1/10 της όλης περιουσίας

Δ[usr 3.5]
Δεισιδαιμονία

φόβος για δαίμονες και υπερφυσικά όντα που προκαλούν κακό στον άνθρωπο

Δ[usr 3.5]
Δέηση

παράκληση, ικεσία, προσευχή

Δ[usr 3.5]
Δασμός

Έμμεσος φόρος που επιβάλλεται στα εμπορεύματα

Δ[usr 3.5]
Δαμάλι

νεαρός ταύρος, αρσενικό μοσχάρι ενός ή δύο χρόνων. 2.χοντροκέφαλος, ανόητος 3.τρυφερή προσφώνηση αγαπημένου προσώπου

Δ[usr 3.5]
Δάμαλις

νεαρή αγελάδα. αυτές που δεν είχαν ψεγάδι, ελάττωμα, δεν είχαν ακόμα γεννήσει, η εργαστεί στους αγρούς τις θυσίαζαν για τον καθαρισμό των αμαρτιών

Δ[usr 3.5]
Δαμάζω

εξημερώνω, τιθασεύω

Δ[usr 3.5]
Δάκνω

δαγκώνω, κακολογώ, υβρίζω

Δ[usr 3.5]
Γραώδης

(γραύς) αυτός που μοιάζει με γριά ή ταιριάζει σε γριά. θωπευτική ονομασία για κάποιο που έχει άκαιρες και παράλογες αξιώσεις, απεραντολογίες, αμετροέπειες

Γ[usr 3.5]
Γοητεία

η ιδιότητα του γόη, η σαγήνη, σαγηνευτική δύναμη

Γ[usr 3.5]
Γόης

αυτός που σαγηνεύει, ασκεί γοητεία, μάγος, θαυματοποιός, απατεώνας

Γ[usr 3.5]
Γογγύζω

στενάζω, βογκώ, παραπονιέμαι

Γ[usr 3.5]
Γλωσσόκομο

σκεύος που έβαζαν τα χρήματα για τις ανάγκες των φτωχών

Γ[usr 3.5]
Γενεά

(Γενιά) 1. το σύνολο των μελών ενός γένους ή μιας οικογένειας 2. φυλή, έθνος (ανθρώπων) 3. σύνολο ανθρώπων σε ορισμένη χρονική περίοδο

Γ[usr 3.5]
Γαστέρα

(Γαστήρ) κοιλιά, στομάχι, εδώ έχει την έννοια του ασώτου, του ακόλαστου ανθρώπου

Γ[usr 3.5]
Γάγγραινα

τοπική νέκρωση ιστών του σώματος που συνήθως ακολουθείται από σήψη

Γ[usr 3.5]
Βωμολοχία

αισχρολογία, άσεμνο αστείο,  χυδαία βρισιά, βλαστήμια

Β[usr 3.5]
Βύσσινη (Βύσσος)

πολύτιμο ύφασμα από λεπτό βαμβάκι

Β[usr 3.5]
Βρώσις

φαγητό, τροφή

Β[usr 3.5]
Βρυχώμαι

μουγκρίζω, βγάζω δυνατή φωνή

Β[usr 3.5]
Βραχυλογία

1. η συντομία στην έκφραση είτε στον προφορικό ή στον γραπτό λόγο, 2. ο Λακωνικός, 3. ολιγοχρόνιος

Β[usr 3.5]
Βραχίονας

πήχης η αντιβράχιο, το τμήμα τού χεριού που περιλαμβάνεται από τον αγκώνα έως τον καρπό

Β[usr 3.5]
Βραδύνω

κινούμαι αργά, αργοπορώ

Β[usr 3.5]
Βοώ

κραυγάζω, φωνάζω δυνατά

Β[usr 3.5]
Βουλή

σκέψη, απόφαση, θέλημα

Β[usr 3.5]
Βότρυς

τσαμπί σταφύλι

Β[usr 3.5]
Βόρβορος

δύσοσμη λάσπη , έσχατη διαφθορά

Β[usr 3.5]
Βλάσφημος

(βλασφημῶ) εκστομίζω ανόσια, υβριστικά λόγια εναντίον του θεού, αγίων προσώπων ή ιερών συμβόλων

Β[usr 3.5]
Βιοτικές

σχετικές με τον βίο, περιουσία, ζωή

Β[usr 3.5]
Βιάζω

επιβάλλω βία, εξαναγκάζω, παραβιάζω

Β[usr 3.5]
Βήμα

βάθρο ομιλίας, ο άμβωνας, θρόνος

Β[usr 3.5]
Βεβηλώνω

μιαίνω, μολύνω

Β[usr 3.5]
Βέβηλος

ασεβής, ανίερος, βδελυρός

Β[usr 3.5]
Βδέλυγμα

αυτό που προκαλεί αποστροφή, αηδία

Β[usr 3.5]
Βαττολογώ

φλυαρώ, μωρολογώ, ανοηταίνω

Β[usr 3.5]
Βάτος

ακανθώδης θάμνος

Β[usr 3.5]
Βασκαίνω

1. προξενώ σε κάποιον κακό με το βλέμμα, ματιάζω 2. φθονώ, κακολογώ, κατηγορώ 2. κάνω σε κάποιον κακό από φθόνο …

Β[usr 3.5]
Βαρυνθώσιν (Βαρύνω)

βαραίνω, βαριέμαι, δυσφορώ

Β[usr 3.5]
Άψινθος

πολύ πικρό φυτό, βότανο (αψιθιά)

Α[usr 3.5]
Αχρείος

αισχρός, ελεεινός, άχρηστος, ανάξιος

Α[usr 3.5]
Αφροσύνη

1. μωρία, ανοησία, έλλειψη φρόνησης

2. απερισκεψία, παλαβομάρα

Στην Π.Δ. ο παροιμιαστής αποδίδει αφροσύνη στον ασεβή, τον οποίον εξομοιώνει με τον άνομο και απαίδευτο άνθρωπο: «Οι ίδιες του οι ανομίες θα συλλάβουν τον ασεβή, και με τα σχοινιά τής αμαρτίας του θα σφίγγεται. Αυτός θα πεθάνει απαίδευτος, και από το πλήθος τής αφροσύνης του θα περιπλανιέται». (Παρ. 5:22-23)

το κυριότερο χαρακτηριστικό της αφροσύνης είναι ότι ξεσηκώνει τον άνθρωπο ενάντια στον Θεό

λέει πάλι ο παροιμιαστής: «Η αφροσύνη του ανθρώπου διαστρέφει τον δρόμο του· και η καρδιά του αγανακτεί ενάντια στον Κύριο». (Παρ.19:3)

Σην Κ. Δ. ο Αδελφόθεος Ιάκωβος και συγγραφέας της ομωνύμου επιστολής μας διδάσκει να μην παραφρονούμε με παρόμοιο τρόπο, αφού η αιτία των δεινών μας είναι η αμαρτία και όχι ο Θεός.

«ΚΑΝΕΝΑΣ, όταν πειράζεται, ας μη λέει ότι: Από τον Θεό πειράζομαι· επειδή, ο Θεός είναι απείραστος κακών, κι αυτός δεν πειράζει κανέναν. 14 Πειράζεται, όμως, κάθε ένας, από τη δική του επιθυμία, καθώς παρασύρεται και δελεάζεται. 15 Έπειτα, η επιθυμία, αφού συλλάβει, γεννάει την αμαρτία· και η αμαρτία, μόλις εκτελεστεί, γεννάει τον θάνατο.» (Ιακ.1:13-15)

ο Ιησούς Χριστός όταν δίδασκε κατέδειξε με χαρακτηριστικό τρόπο, ότι η αφροσύνη είναι ένας κακός διαλογισμός σε μια σειρά από πονηρές σκέψεις, που όταν «βγαίνουν» μολύνουν τον άνθρωπο!
«…μέσα από την καρδιά των ανθρώπων βγαίνουν οι κακοί συλλογισμοί, μοιχείες, πορνείες, φόνοι,
22 κλοπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ασέλγεια, πονηρό βλέμμα, βλασφημία, υπερηφάνεια, αφροσύνη…» (Μάρκ.7:21-23)

Η ΣΟΦΙΑ, που δίνει σ’ αυτούς που την αποκτούν αιώνια ζωή, κράζει από τα βάθη των αιώνων λέγοντας: «αφήστε την αφροσύνη, και ζήστε· κατευθυνθείτε στον δρόμο τής σύνεσης » (Παρ.9:6)

βλ. και «άφρων»

Α[usr 3.5]
Αφομοιώ

(αφομοίωση), κάνω κάτι όμοιο με κάποιο άλλο ,απορροφώ, κατανοώ απόλυτα

Α[usr 3.5]
Άφεση

συγχώρεση αμαρτιών, ελευθέρωση

Α[usr 3.5]
Αφεδρώνας

το μέρος που ρίχνονται οι ακαθαρσίες

Α[usr 3.5]
Αφανισμός

πλήρης καταστροφή, εξόντωση

Α[usr 3.5]
Αφανίζω

καταστρέφω εντελώς, εξοντώνω, εξαλείπω

Α[usr 3.5]
Αυτοπροαίρετος

αυτός που ενεργεί ελεύθερα, με την θέλησή του

Α[usr 3.5]
Αυτάρκεια

το να αρκείται κάποιος σε όσα έχει

Α[usr 3.5]
Αυθαδιάζω

μιλώ η φέρομαι με αυθάδεια, αναίδεια

Α[usr 3.5]
Ατμίδα

ατμός, αναθυμίαση, στήλη καπνού

Α[usr 3.5]
Ατενίζω

καρφώνω το βλέμμα μου κάπου

Α[usr 3.5]
Ατελεύτητος

αυτός που δεν έχει τέλος, άπειρος

Α[usr 3.5]
Άσπιλος

καθαρός, αγνός, αμόλυντος, άμεμπτος

Α[usr 3.5]
Ασέλγεια

ακολασία, λαγνεία, ακράτεια

Α[usr 3.5]
Αρχιτρίκλινος

ο επικεφαλής αυτών που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και το σερβίρισμα σε συμπόσιο ή δείπνο

Α[usr 3.5]
Άρτυμα

καθετί που βάζουν στο φαγητό για νοστημιά

Α[usr 3.5]
Αρπαγή

βίαιη απόσπαση ξένου πράγματος, απαγωγή

Α[usr 3.5]
Αρμός

η άρθρωση, κλείδωση

Α[usr 3.5]
Αργός

νωθρός, οκνηρός, τεμπέλης

Α[usr 3.5]
Απρόσκοπτος

αυτός που δεν συναντά εμπόδια

Α[usr 3.5]
Αποστρέφω

στρέφω προς τα πίσω, αποκρούω, περιφρονώ

Α[usr 3.5]
Απόστολος

απεσταλμένος, αγγελιοφόρος

Α[usr 3.5]
Αποστατώ

αλλάζω φρόνημα, απομακρύνομαι

Α[usr 3.5]
Απολύω

λύνω δεσμά, απελευθερώνω

Α[usr 3.5]
Απολύτρωση

εξαγορά, απαλλαγή από δεινά, σωτηρία

Α[usr 3.5]
Απολλύω

καταστρέφω, αφανίζω, εξολοθρεύω

Α[usr 3.5]
Απολείπω

λείπω, δεν υπάρχω

Α[usr 3.5]
Αποκτεινόντων

(αποκτείνω=σκοτώνω, εξαλείφω), αυτοί που σκοτώνουν

Α[usr 3.5]
Αποκάμνω

κουράζομαι

Α[usr 3.5]
Αποκάλυψη

φανέρωση μυστικών

Α[usr 3.5]
Αποθέτω

τοποθετώ στην θέση του κάτι που κρατώ

Α[usr 3.5]
Αποδοχή

παραδοχή, έγκριση, επιδοκιμασία

Α[usr 3.5]
Αποδημώ

φεύγω από την πατρίδα μου

Α[usr 3.5]
Αποβιώ

πεθαίνω

Α[usr 3.5]
Αποδεκατίζω

λαμβάνω το 1/10 απ’ όλα τα πράγματά μου προς όφελος των ιερέων

Α[usr 3.5]
Αποβιώ

πεθαίνω

Α[usr 3.5]
Αποβάλλω

διώχνω από πάνω μου, απορρίπτω, ρίχνω

Α[usr 3.5]
Αποβαίνω

(βαίνω), αποβιβάζω, βγαίνω, γίνομαι

Α[usr 3.5]
Απήλθεν

(απέρχομαι=φεύγω από κάπου), έφυγε

Α[usr 3.5]
Απερίσκεπτος

αυτός που δεν εξετάζει με προσοχή

Α[usr 3.5]
Απεκδοχή

η προσδοκία

Α[usr 3.5]
Απάυγασμα

ακτινοβολία, λάμψη, αποτέλεσμα

Α[usr 3.5]
Απατηλός

παραπλανητικός, αυτός που απατά

Α[usr 3.5]
Απαλλοτρίωση

αποξένωση

Α[usr 3.5]
Απαγγέλω

διηγούμαι, γνωστοποιώ, ομολογώ

Α[usr 3.5]
Άοκνος

ακούραστος ,φιλόπονος, εργατικός

Α[usr 3.5]
Αξιώνομαι

πετυχαίνω, κατορθώνω κάτι

Α[usr 3.5]
Αξίνη

εργαλείο για σκάψιμο

Α[usr 3.5]
Ανώγιον

πάνω πάτωμα σπιτιού

Α[usr 3.5]
Ανυπότακτος

αυτός που δεν υποτάσσεται

Α[usr 3.5]
Ανυπόκριτος

απροσποίητος, ειλικρινής

Α[usr 3.5]
Άνυδρος

ο χωρίς νερό, ο ξερός

Α[usr 3.5]
Αντίτυπο

πανομοιότυπο εντύπου, αντίγραφο

Α[usr 3.5]
Αντιτάσσομαι

παίρνω εχθρική στάση

Α[usr 3.5]
Αντιστέκομαι

προβάλλω αντίσταση, δεν υποχωρώ

Α[usr 3.5]
Αντίλυτρο

αντίτιμο της εξαγοράς

Α[usr 3.5]
Αντίκειμαι

αντιβαίνω, είμαι σε αντίθετη θέση

Α[usr 3.5]
Αντιζηλία

ανταγωνισμός, ζηλοτυπία

Α[usr 3.5]
Αντιβαίνω

δεν συμβιβάζομαι, πάω αντίθετα

Α[usr 3.5]
Αντείπωσι

αντιλέγω=λέγω εναντίον, αντιστέκομαι

Α[usr 3.5]
Ανταπόδομα

ανταπόδοση ευεργεσίας η κακού

Α[usr 3.5]
Ανταναπληρώ

αναπληρώνω, συμπληρώνω, προσθέτω

Α[usr 3.5]
Ανόσιος

αυτός που δεν τηρεί τους Θείους νόμους

Α[usr 3.5]
Ανορθώνω

σηκώνω κάτι όρθιο

Α[usr 3.5]
Ανιστάμενος

αυτός που είναι σηκωμένος όρθιος

Α[usr 3.5]
Ανθρωπάρεσκος

αυτός που θέλει ν’ αρέσει σε ανθρώπους

Α[usr 3.5]
Ανθρακιά

σωρός από αναμμένα κάρβουνα

Α[usr 3.5]
ανθίσταμαι

αντιστέκομαι, εναντιούμαι

Α[usr 3.5]
Ανήμερος

άγριος, δύστροπος

Α[usr 3.5]
Ανήλεως

αυτός που δεν ελεεί, ο χωρίς έλεος

Α[usr 3.5]
Ανεπίδεκτος

αυτός που δεν μπορεί να δεχτεί κάτι

Α[usr 3.5]
Ανεξιχνίαστος

αυτός που δεν εξιχνιάζεται, ανεξακρίβωτος

Α[usr 3.5]
Ανεκλάλητα

αυτά που δεν λέγονται, ανείπωτα

Α[usr 3.5]
Ανέγκλητος

άμεμπτος, ακατηγόρητος, αθώος

Α[usr 3.5]
Ανδρίζομαι

φέρομαι σαν άνδρας

Α[usr 3.5]
Ανδραποδιστής

αυτός που υποδουλώνει

Α[usr 3.5]
Αναφύω

φυτρώνω

Α[usr 3.5]
Αναστρέφω

γυρίζω προς τα πίσω, αναποδογυρίζω

Α[usr 3.5]
Αναπολόγητος

ασυγχώρητος, ανίκανος ν’ απολογηθεί

Α[usr 3.5]
Αναντίρρητος

αυτός που δεν δέχεται αντίρρηση

Α[usr 3.5]
Ανακαίνιση

ανανέωση, αναμόρφωση

Α[usr 3.5]
Αναιρώ

ανατρέπω ισχυρισμό η κατηγορία

Α[usr 3.5]
Ανάθεμα

κατάρα, αφορισμός

Α[usr 3.5]
Αναθάλλω

ξανανθίζω, ξαναβλαστάνω

Α[usr 3.5]
Αναζωσθέντες

(ζώννυμαιη η ζώνομαι =ετοιμάζομαι για μάχη) ετοιμασμένοι για μάχη

Α[usr 3.5]
Αναζωπυρώνω

ξανανάβω, εμψυχώνω, αναζωογονώ

Α[usr 3.5]
Αναβρύω

αναβλύζω, πηγάζω, ξεχύνομαι, αναζωογονώ

Α[usr 3.5]
Αμφότεροι

και οι δύο

Α[usr 3.5]
Αμόλυντος

αυτός που διατήρησε την ηθικότητά του

Α[usr 3.5]
Αμίαντος

αυτός που δεν έχει μιανθεί πνευματικά & σαρκικά

Α[usr 3.5]
Αμεταμέλητος

αμετανόητος

Α[usr 3.5]
Αμερόληπτος

αυτός που δεν χαρίζεται, δεν παίρνει το μέρος κανενός

Α[usr 3.5]
Άμεμπτος

αυτός που δεν έχει κατηγορία

Α[usr 3.5]
Αμελώ

αδιαφορώ, παραμελώ, ξεχνώ

Α[usr 3.5]
Αμαύρωση

απώλεια της λάμψης, της αίγλης

Α[usr 3.5]
Αμάραντος

αυτός που δεν μαραίνεται, αιώνιος

Α[usr 3.5]
Άλωση

κατάκτηση, εκπόρθηση, κυρίευση

Α[usr 3.5]
Αλλότριος

αυτός που ανήκει σε άλλον, ο ξένος

Α[usr 3.5]
Αλληγορία

έκφραση με λόγο η εικόνα ιδεών που υπονοούνται

Α[usr 3.5]
Αλαζονεία

καύχηση, υπερηφάνεια, έπαρση

Α[usr 3.5]
Αλέκτωρ

κόκορας, πετεινός

Α[usr 3.5]
Αλαλάζω

κραυγάζω από ενθουσιασμό η λύπη

Α[usr 3.5]
Αλάβαστρο

ημιδιαφανής λίθος κατάλληλος για αγγεία

Α[usr 3.5]
Ακώλυτος

ανεμπόδιστος, ελεύθερος

Α[usr 3.5]
Ακροβυστία

ο απερίτμητος, ο μη Ιουδαίος, τα έθνη

Α[usr 3.5]
Ακούσιος

αυτός που δεν έχει πρόθεση

Α[usr 3.5]
Ακόρεστος

αχόρταγος, ανικανοποίητος, άπληστος

Α[usr 3.5]
Αισχύνομαι

αισθάνομαι ντροπή για πράξεις μου

Α[usr 3.5]
Αίρεση

αίρω= υποβαστάζω, αφαιρώ, σηκώνω

Α[usr 3.5]
Αίνεση

εξύμνηση, έπαινος, εγκώμιο

Α[usr 3.5]
Αιδώς

ντροπαλότητα

Α[usr 3.5]
Αίδιος

αδιάλειπτος, αιώνιος, παντοτινός

Α[usr 3.5]
Αθυμώ

στεναχωρούμαι, λυπούμαι

Α[usr 3.5]
Αθετώ

παραβαίνω, καταπατώ (όρκο, νόμο, υπόσχεση)

Α[usr 3.5]
Αθέμιτος

αυτός που δεν είναι νόμιμος. παράνομος

Α[usr 3.5]
Αδιάλλακτος

αυτός που δεν έχει διαφθαρεί, ο ακέραιος

Α[usr 3.5]
Αδιάλειπτος

αυτός που δεν διακόπτεται

Α[usr 3.5]
Αδηλότητα

αβεβαιότητα

Α[usr 3.5]
Αγρυπνώ

δεν κοιμάμαι, προσέχω, επαγρυπνώ

Α[usr 3.5]
Άγρα

ψάρεμα, αλιεία, κυνήγι

Α[usr 3.5]
Αγνίζω

καθαρίζομαι εσωτερικά,  (ηθικά)

Α[usr 3.5]
Άγιος

(άγος= εξάγνιση) ιερός, σεμνός, όσιος

Α[usr 3.5]
Αγενής

(α+γένος) αυτός που κατάγεται από άσημους

Α[usr 3.5]
Αγαθοσύνη

αρετή, χρηστότητα, καλοσύνη

Α[usr 3.5]
Αγαθοποιώ

πράττω καλό, ευεργετώ

Α[usr 3.5]
Άβυσσος

(α+βυσσός=βυθός) ο χωρίς βυθό

Α[usr 3.5]