Αλφαβητικά Ονόματα
Οροσειρά της Παλαιστίνης ΝΑ της Νεκρής Θάλασσας. Στα όρη αυτά είχαν κατασκηνώσει οι Εβραίοι στη διάρκεια των περιπλανήσεών τους στις ερήμους, πριν φτάσουν στην Ιεριχώ (Αριθμ. 33, 47-48). Σε μια από τις κορυφές της, στην κορυφή Νέβο, ο Μωυσής ,αντίκρισε την γη της επαγγελίας και πέθανε εκεί. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν την αυτήν εκείνην ημέραν, λέγων, ‘Ανάβα εις το όρος τούτο Αβαρίμ, εις το όρος Νεβώ, το εν τη γη Μωάβ κατέναντι της Ιεριχώ· και θεώρησον την γην Χαναάν, την οποίαν εγώ δίδω εις τους υιούς Ισραήλ εις ιδιοκτησίαν·’ (Δευτ. 32: 48-49).Σε συνέχεια της ίδιας  αφήγησης από την Παλαιά Διαθήκη διαπιστώνουμε πως ο Θεός δεν επιτρέπει στον Μωυσή να εισέλθει στην υποσχεθείσα γη της Επαγγελίας παρά μόνο στους απογόνους του λαού Ισραήλ, διότι του λέει στο εδ.50.  ‘και τελεύτησον εν τω όρει όπου αναβαίνεις, και προστέθητι εις τον λαόν σου, καθώς ο αδελφός σου Ααρών ετελεύτησεν εν τω όρει Ωρ και προσετέθη εις τον λαόν αυτού·


Βιβλική ονομασία πόλης στην κοιλάδα Μεγιδδώ, στην οποία ο στρατός του Ιουδαίου βασιλιά Ιωσία νικήθηκε από τον φαραώ Νεχαώ Β΄ ( 609 π.χ. )

Η Αβέλ-Βαιθ-Μααχά, ή Αβέλ του Βαιθ-μααχά  ήταν Βιβλική πόλη του αρχαίου Ισραήλ, η οποία ταυτίζεται με τη σημερινή Τελ Αμπίλ (Τελ Αβέλ Μπετ Μάακα).

Το όνομά της σημαίνει «Πηγή του Οίκου Μααχά» και το οφείλει στο γεγονός ότι βρισκόταν σε μια γόνιμη, πλούσια σε νερά περιοχή.

Η περιτοιχισμένη αυτή πόλη άνηκε στην εδαφική περιοχή της φυλής του Νεφθαλί και βρισκόταν σε πλεονεκτική τοποθεσία στη βόρεια Παλαιστίνη, κοντά στη διασταύρωση της Α-Δ οδού από Δαμασκό προς Τύρο, κοντά στη λίμνη Χουλέ.

1.Στη Βιβλική αφήγηση αναφέρεται ότι οι άντρες του Δαβίδ υπό τις διαταγές του Ιωάβ, καταδιώκοντας τον στασιαστή Σεβά, πολιόρκησαν την πόλη όταν εκείνος κατέφυγε εκεί. Ενόψει της καταστροφής που ανέμενε η πόλη, μια σοφή γυναίκα ικέτευσε τον Ιωάβ να μην καταστρέψει αυτή την αρχαία μητρόπολη όπου κατέφευγαν οι Ισραηλίτες για να λάβουν δίκαιες κρίσεις. Οι κάτοικοι της πόλης, υπακούοντας στη συμβουλή της, έκοψαν το κεφάλι του Σεβά και το πέταξαν έξω από τα τείχη, διασώζοντας έτσι την πόλη. (Β΄ Σαμουήλ 20:14-22)

2.Με την παρότρυνση του Βασιλιά του Ιούδα Ασά, ο Σύρος Βεν-αδάδ Α' επιτέθηκε και σε αυτή την πόλη για να εμποδίσει τον Βασιλιά του Ισραήλ Βαασά από το να ανοικοδομήσει τη Ραμά. (Α΄ Βασιλέων 15:20)

3.Αργότερα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φεκά, ο Ασσύριος Βασιλιάς Θεγλάθ-φελασάρ Γ' πήρε αιχμαλώτους στην Ασσυρία όλους τους κατοίκους της. (Β΄ Βασιλέων 15:29)  Αυτή η πόλη, η οποία αναφέρεται στα ασσυριακά κείμενα ως Αβιλακά, εμφανίζεται στις επιγραφές του Θεγλάθ-φελασάρ Γ' στον κατάλογο των πόλεων που κατέλαβε.

Αβώρ (παραπόταμος του Ευφράτη)

Με το όνομα Αβώρ αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη, παραπόταμος του Ευφράτη ποταμού, στη βόρεια Μεσοποταμία. Πρόκειται για τον γνωστότερα καλούμενο σήμερα Άμπουρ, ή Κάμπουρ, ή Καμπούρ που είναι και ο μεγαλύτερος σε μήκος παραπόταμος του Ευφράτη στο συριακό έδαφος, οι πηγές του οποίου βρίσκονται στη Τουρκία, θεωρούμενος έτσι διεθνής. Στον Αβώρ καταλήγουν επίσης έξι χείμαρροι τροφοδοτώντας τον με νερό. Κατά το μήκος του έχουν δημιουργηθεί τέσσερα υδατοφράγματα καθιστώντας την ομώνυμη κοιλάδα την πλουσιότερη σε παραγωγή της Συρίας.
Στην  συμβολή του Αβώρ με τον Ευφράτη είναι κτισμένη η σημερινή πόλη Μπουζέιρα.

Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη  στις όχθες του παραποτάμου αυτού ήταν χτισμένη η βιβλική επίσης πόλη Γωζάν, στην οποία είχαν μεταφερθεί οι Ισραηλίτες αιχμάλωτοι των Ασσυρίων.

‘ Εν τω εννάτω έτει του Ωσηέ, ο βασιλεύς της Ασσυρίας εκυρίευσε την Σαμάρειαν και μετώκισε τον Ισραήλ εις την Ασσυρίαν, και κατώκισεν αυτούς εν Αλά και εν Αβώρ, παρά τον ποταμόν Γωζάν, και εν ταις πόλεσι των Μήδων.’ ( Β΄ Βασιλειών κεφ.17:6 & Α΄ Χρον. 5:26)

Αγρός Αίματος ( τοποθεσία)

Ο επονομαζόμενος Αγρός Αίματος είναι βιβλική τοποθεσία πλησίον των τειχών της Ιερουσαλήμ την οποία αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (27΄:6-8). 

Πρόκειται για τον τόπο όπου, κατά την αφήγηση, μετά την υπό του Ισκαριώτη, επιστροφή των τριάκοντα αργυρίων στους Εβραίους αρχιερείς, αυτοί   ‘ 6. Οι δε αρχιερείς, λαβόντες τα αργύρια, είπον· Δεν είναι συγκεχωρημένον να βάλωμεν αυτά εις το θησαυροφυλάκιον, διότι είναι τιμή αίματος. 
7. Και συμβουλευθέντες ηγόρασαν με αυτά τον αγρόν του κεραμέως, διά να ενταφιάζωνται εκεί οι ξένοι. 
8. Διά τούτο ωνομάσθη ο αγρός εκείνος Αγρός αίματος έως της σήμερον.

Αδαμά κοκκινωπή γη  ( πόλη της Παλαιστίνης) 

Η Αδαμά, ή Αδμά, ήταν μια βιβλική πόλη που έγινε γνωστή από την αιφνίδια καταστροφή της, μαζί με τα Σόδομα και τη Γόμορα, στο νότιο άκρο της Νεκράς θάλασσας. Η Αδαμά μαζί με τα Σόδομα, τη Γόμορα, τη Σεβωείμ και τη Σηγώρ αποτελούσαν την πεντάπολη της κοιλάδας Σιδδίμ την οποία κατοικούσαν οι Χαναναίοι

Αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη με αιτία της ολοκληρωτικής καταστροφής της, από τον Κύριο τον έκλυτο βίο και την ανηθικότητα των κατοίκων της. 

Και ήσαν τα όρια των Χαναναίων από Σιδώνος, καθώς υπάγει τις εις Γέραρα, έως Γάζης, και καθώς υπάγει τις εις Σόδομα και Γόμορρα, και Αδαμά, και Σεβωείμ, έως Λασά. ( Γέν. 10:19 και 14:2)

Αερμών (όρος )

και φυσικό όριο για την φυλή Ρουβήν, γη η οποία εκτεινώταν από τον Αρνών ποταμό έως το όρος Αερμών. 8 ‘Και ελάβομεν κατ' εκείνον τον καιρόν από των χειρών των δύο βασιλέων των Αμορραίων την γην την εντεύθεν του Ιορδάνου, από του ποταμού Αρνών έως του όρους Αερμών· 
9 το Αερμών ονομάζουσιν οι Σιδώνιοι Σιριών, οι δε Αμορραίοι ονομάζουσιν αυτό Σενείρ·’ ( Δευτ. 3:8-9)

Είναι η προέκταση προς τα Νότια  της οροσειράς του ανατολικού Λιβάνου η Αντιλιβάνου με τρεις ψηλές κορυφές και αρκετό χιόνι (Ψαλμός 133:3). Πιθανόν να ταυτίζεται με το όρος της Μεταμορφώσεως, καθώς κοντά του ήταν η Καισάρεια του Φιλίππου, νότια του Αερμών, στην οποία βρισκόταν πριν μια εβδομάδα ο Χριστός (Ματθαίος 16:13). Αν και η παράδοση το όρος της Μεταμορφώσεως το ταυτίζει με το όρος Θαβώρ, Το οποίο βρίσκεται στη Γαλιλαία, ανατολικά της Ναζαρέτ, νοτιοδυτικά της θάλασσας Γαλιλαίας και βορειοδυτικά της πεδιάδας Ιεζραέλ.

Αζηκά ( πόλη της Παλαιστίνης)  

Σε μικρή απόσταση ΒΑ από την πόλη Λαχίς. Ανήκε στο βασίλειο του Ιούδα και ήταν κοντά στα Φιλισταίικα σύνορα εκεί πολέμησαν οι Ισραηλίτες τους Πέντε βασιλείς των Αμορραίων

‘Και κατετρόπωσεν αυτούς ο Κύριος έμπροσθεν του Ισραήλ, και επάταξαν αυτούς εν σφαγή μεγάλη εν Γαβαών, και κατεδίωξαν αυτούς εις την οδόν την αναβαίνουσαν προς Βαιθ-ωρών, και κατέκοπτον αυτούς έως Αζηκά και έως Μακκηδά.’ ( Ιης. Να. 10:11 )  όπως επίσης και τους Βαβυλώνιους : 

‘Το δε στράτευμα του βασιλέως της Βαβυλώνος  επολέμει κατά της Ιερουσαλήμ και κατά πασών των πόλεων του Ιούδα των εναπολειφθεισών, κατά της Λαχείς και κατά της Αζηκά· διότι αύται εναπελείφθησαν εν ταις πόλεσιν Ιούδα, πόλεις οχυραί.’ ( Ιερ.  34: 7 ) &  ( Α΄Βασιλέων 17:1 ,Παρ. 11:9, Νεεμ. 11:30)

Άζωτος  η Ασηδώδ η Ασδώδ ( πόλη των Φιλισταίων)

Μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Παλαιστίνης. Βρισκόταν ανάμεσα στην Γάζα και την Γιάφα (Ιόππη) την σπουδαιότερη από την πεντάπολη των Φιλισταιικών πόλεων .Ανήκε στις ηγεμονίας, των Γαζαίων, των Αζωτίων, των Ασκαλωνιτών, των Γετθαίων, των Ακκαρωνιτών, και η των Αυϊτών.   ( Ιη. Ναυ. 13-3 , Ιερ. 31 , 48 ) 

Αρχικά οι πόλεις αυτές των Φιλισταίων κατά την περίοδο της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο έμειναν ανέπαφες  σε σχέση με όλες τις άλλες φυλές  της Χαναάν οι οποίες υποτάχθηκαν στον Ιησού του Ναυί. Αργότερα όμως την πόλη αυτή την κατέλαβε ο Ιούδας σε συνεργασία με τον  Συμεών φτάνοντας έως την Γάζα και την Ασκαλών( Κρ.1:18)

Εκεί τοποθετήθηκε η κιβωτός της Διαθήκης από τους Φιλισταίους μέσα στον ναό του Δαγών: ‘ Και επεβαρύνθη η χειρ του Κυρίου επί τους Αζωτίους, και εξωλόθρευσεν αυτούς και επάταξεν αυτούς με αιμορροΐδας, την Άζωτον και τα όρια αυτής.’(Α' Σαμ. 5:6 )

Σημαντικές προφητείες για τους Φιλισταίους και τις σατραπείες τους μεταξύ των οποίων και της Αζώτου βλέπουμε στον (Αμώς 1:8,Σοφονίας 2:4 &Ζαχαρίας  9:5-9)

Αιαλών η Αιλών ( πόλη των Αμορραίων)

Πόλη της Παλαιστίνης ΒΔ. Της Ιερουσαλήμ. Κοντά στην πόλη ο Ιησούς του Ναυή κατατρόπωσε τους συνασπισμένους εναντίον του ηγεμόνες της Χαναάν

12. Τότε ελάλησεν ο Ιησούς προς τον Κύριον, καθ' ην ημέραν ο Κύριος παρέδωκε τους Αμορραίους έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, και είπεν ενώπιον του Ισραήλ, Στήθι, ήλιε, επί την Γαβαών, και συ, σελήνη, επί την φάραγγα Αιαλών. 
13. Και ο ήλιος εστάθη και η σελήνη έμεινεν, εωσού ο λαός εξεδικήθη τους εχθρούς αυτού. Δεν είναι τούτο γεγραμμένον εν τω βιβλίω του Ιασήρ; Και εστάθη ο ήλιος εν τω μέσω του ουρανού, και δεν έσπευσε να δύση έως μιας ολοκλήρου ημέρας.  ( Ιης. Να. 10:12&13)

Αιλάθ η Αιλών  η Αίλανα  ( πόλη της Ιδουμαίας)

Πόλη της Ιδουμαίας στις ακτές της Ερυθράς θάλασσας. Σύμφωνα με τις βιβλικές πηγές εκεί υπήρχαν τα ναυπηγεία του Σολομώντα και του Ιωσαφάτ ( Γ΄Βασιλ. 9:26 , Δ΄Βασιλ. 16:6,28) αλλιώς λέγεται και Γασιών Γάβερ ( Δευτ.2:8)

Αιλώμ( περιοχή)

Περιοχή της φυλής Ζαβουλών ( Κριτ. 12-11 & 12 , Ιης. Να. 21-13 & 14)

Αιμάθ η Εμάθ η Ημάθ( πόλη της Συρίας)

Μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Συρίας που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Ορόντη

Ακκαρών ( πόλη των Φιλισταίων)

Εξελληνισμένος τύπος της ονομασίας της πόλης Εκρόν στην Παλαιστίνη. Ανήκε στην Πεντάπολη των Φιλισταιικών πόλεων και στις ηγεμονίας, των Γαζαίων, των Αζωτίων, των Ασκαλωνιτών, των Γετθαίων, των Ακκαρωνιτών, και η των Αυϊτών. ( Ιη. Ναυ. 13-3 , Ιερ. 31 , 48 ) Αρχικά οι πόλεις αυτές των Φιλισταίων κατά την περίοδο της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο έμειναν ανέπαφες  σε σχέση με όλες τις άλλες φυλές  της Χαναάν οι οποίες υποτάχθηκαν στον Ιησού του Ναυί. Αργότερα όμως την πόλη αυτή την κατέλαβε ο Ιούδας σε συνεργασία με τον  Συμεών φτάνοντας έως την Γάζα και την Ασκαλών( Κρ.1:18) 

Για λίγο καιρό οι Φιλισταίοι σατράπες εναπόθεσαν την Κιβωτό της Διαθήκης στην Ακκαρών, μετά την Άζωτο, και στον ναό του Δαγών όπου ήταν, Όμως και εκεί ο Θεός τους κτύπησε με Αιμορροΐδες πράγμα που εξανάγκασε τους Φιλισταίους να την επιστρέψουν στους Ισραηλίτες από τους οποίους την πήραν ως λάφυρο σε κάποια από τις αναμετρήσεις τους.( Α΄Σαμ.5:10)

Στην Ακκαρών υπήρχε μια θεότητα ο Βέελ- Ζεβούλ, στην οποία πίστευαν οι Φιλισταίοι και που ο Οχοζίας βασιλέας επί τον Ισραήλ με πρωτεύουσα την Σαμάρεια τότε, όταν αρρώστησε έστειλε μηνυτάς να ρωτήσουν τους ιερείς του Βέελ- Ζεβούλ περί της υγείας του. Το αποτέλεσμα πάντως για τον ίδιο ήταν αντίθετο από το αναμενόμενο, διότι με την πράξη του αυτή έστρεψε νώτα στον Θεό των προγόνων του, χάρις στον οποίο ελευθερώθηκαν από τους Αιγυπτίους μετά από 400χρόνια δουλείας( Β΄Βασιλ. 1:2-16) 

Σημαντικές προφητείες για τους Φιλισταίους και τις σατραπείες τους μεταξύ των οποίων και της Ακκαρών βλέπουμε στον (Αμώς 1:8,Σοφονίας 2:4,Ζαχαρίας  9:5-9)

Ακχώ η Ακό η Ακά η Άκρα( πόλη του Ισραήλ)

Αρχαία πόλη και λιμάνι του ΒΔ Ισραήλ, στην Μεσόγειο θάλασσα. Το φυσικό λιμάνι της αποτέλεσε συχνά στόχο των διάφορων εισβολέων της Παλαιστήνης ( Κριτ. 1-31)

Αμμών η Ραββάθ Αμμών  η Ραββά των Αμμών  ( σημ. Αμμάν)

Πόλη της Πετραίας Αραβίας, πρωτεύουσα των Αμμωνιτών

Ανανία  ( πόλη της Παλαιστίνης)

Πόλη της Παλαιστίνης που ανήκε στην φυλή Βενιαμίν. Βρισκόταν βόρεια της Ιερουσαλήμ (Νε. 11-32)

Η παρά τον Ορόντη ποταμό Αντιόχεια, πρωτεύουσα της αρχαίας Συρίας, γνωστότερη ως Αντιόχεια η Μεγάλη ή απλά Αντιόχεια είναι πόλη της σημερινής Τουρκίας, με το όνομα Antakya. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη και ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Σέλευκο Α' το Νικάτορα, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προς τιμή και μνήμη του πατρός του Αντίοχου. Η Αντιόχεια αναμφιβόλως υπήρξε το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, πόλη που αποτέλεσε το σταυροδρόμι των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων, με μεγάλη ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών. Υπήρξε η πόλη των εθνικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, αλλά και των θεαμάτων, της πολυπολιτισμικότητος και των ακραίων εκφραστικών εκδηλώσεων.Η μεγαλοπρέπεια και η ανάπτυξή της δεν έπαψαν και στις τρεις περιόδους της ιστορίας της, δηλαδή κατά την ελληνιστική περίοδο (300 - 64 π.χ.), τη Ρωμαιοκρατία (64 π.χ. - 325) και τη βυζαντινή εποχή 325 - 637), με αποτέλεσμα να διατηρούν τη λαμπρότητά της, σε περίοπτη μέχρι την πτώση της στην αραβική κυριαρχία.

Οι πρώτοι κάτοικοι της Αντιόχειας ήταν Έλληνες, από την κοντινή Αντιγόνεια. Ο Βυζαντινός χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας διηγείται με αρκετή ακρίβεια ότι ο Σέλευκος μετοίκησε από την Αντιγόνεια 3.500 Αθηναίους και Μακεδόνες, καθώς και Κρήτες, Κυπρίους και άλλους Έλληνες από τα περίχωρα. Σε λίγο χρόνο προσήλθαν και άλλοι σύμμεικτοι κατά φυλή κάτοικοι από τη Συρία και περιοχές της ελληνικής ανατολής. ο πληθυσμός της άγγιζε τις 500.000 κατοίκους. Πολλοί Ιουδαίοι εγκαταστάθηκαν ήδη από τον Σέλευκο Α' που τους έδωσε ίσα δικαιώματα με τους Έλληνες. Και έτσι εξηγείται η ταχεία διάδοση του Χριστιανισμού. Το κυρίαρχο όμως στοιχείο και στη διοίκηση και στο κοινωνικό βίο ήταν οι Έλληνες. Λόγω του μεγάλου αριθμού των αθηναϊκής καταγωγής κατοίκων της πόλης, καθώς και της έντονης πνευματικής κίνησης, η πόλη αποκαλούνταν «Συριάδες Αθήναι». Στις 22 του μηνός Αρτεμισίου (Μάιος) του 300 π.χ. και κατά τη πρώτη ώρα (την ανατολή του ηλίου), ο Σέλευκος Α' σε επίσημη τελετή έθεσε τα θεμέλια της νέας πρωτεύουσας της Αντιόχειας χαράσσοντας τα θεμέλια του τείχους που ανήγειρε. Ταυτόχρονα κτίσθηκε ιερό προς τιμή του «Βροττίου Διός» στήνοντας πλήθος κιόνων και αγαλμάτων αναμνηστικών, ενώ μπροστά στην πόλη έστησε έναν μεγάλο λίθινο αετό σε ανάμνηση του οιωνού που έλαβε χώρα κατά την τέλεση της θυσίας. Από τότε ο αετός καθίσταται το σύμβολο των Ελλήνων, αργότερα των Ρωμαίων και Βυζαντινών, εκτοπίζοντας σιγά σιγά εκείνο του λέοντα.Η διασημότερη βιβλική αναφορά σχετικά με την Αντιόχεια έχει να κάνει με το ότι ήταν σε αυτή την πόλη όπου οι οπαδοί του Χριστού πρώτη φορά αναφέρθηκαν ως «Χριστιανοί» (Πράξεις των Αποστόλων 11,26). Στο βιβλίο των Πράξεων, που προσφέρει έναν απολογισμό των πρώτων ετών της Εκκλησίας, η Αντιόχεια είναι η δεύτερη σε αναφορές πόλη. Ο Νικόλαος, ένας από τους επτά Διακόνους ήταν νεοφώτιστος από την Αντιόχεια και ίσως ο πρώτος Χριστιανός της πόλης (Πράξεις των Αποστόλων 6,5). Κατά τη διάρκεια του διωγμού που προκάλεσε τον θάνατο του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, μέλη της πρώτης χριστιανικής κοινότητας της Ιερουσαλήμ κατέφυγαν στην Αντιόχεια προκειμένου να βρουν καταφύγιο.

Εκεί εκδηλώθηκε και μια από τις πρώτες συγκρούσεις στην εκκλησία 

Η σύγκρουση είχε ως αιτία την ανάγκη περιτομής των νεοφώτιστων εθνικών χριστιανών. Η Αποστολική Σύνοδος της Αντιοχείας, αποφάσισε ότι δε χρειαζόταν περιτομή για την είσοδο στον χριστιανισμό και απάλλαξε τους εξ εθνών Χριστιανούς από την ανάγκη τηρήσεως του Μωσαϊκού νόμου.

Η Αντιόχεια της Πισιδίας ήταν αρχαία πόλη παρά τη μεθόριο της Φρυγίας και Πισιδίας της οποίας τα ερείπια απεκάλυψαν ο Arundell και ο Otto von Richter εντός της σημερινής πόλης Γιάλοβα του Βιλαετίου Χαμινταμπάντ της Τουρκίας. Κτίστηκε επί ιερού χώρου φρυγιακού αδύτου στη δεξιά όχθη του αρχαίου χείμαρρου Ανθίου από τον Σέλευκο τον Νικάτορα πριν το 280 π.χ. Επί ρωμαϊκής περιόδου απετέλεσε "ελεύθερη πόλη" (189 π.χ.). Ήταν μια καθαρά ελληνική πόλη που διατηρούσε όλες τις παραδόσεις, ήθη και έθιμα παρότι βρισκόταν πλησίον Φρυγών με μικτό πληθυσμό και πολλούς ιουδαίους.

Πριν το 11 π.χ. ο Αυτοκράτωρ Αύγουστος την κατέστησε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Καισάρεια γενόμενη έκτοτε κέντρο της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης της νότιας Γαλάτιας. Ο εκρωμαϊσμός της έγινε γρήγορα μέχρι των ημερών του Κλαύδιου (41 – 54 μ.Χ) όταν την επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος (Πρ. Αποστ. 13:14, 14:21, 16:6 και 18:23) και ο Βαρνάβας όπου κήρυξαν τη νέα θρησκεία.

Στη δεύτερη επίσκεψή τους κατέστησαν τη πόλη κέντρο χριστιανικής κίνησης για όλη τη περιοχή της βόρειας Πισιδίας και σε μεγάλη ακτίνα εντός της Φρυγίας.

Το Αραράτ (τουρκ. (αγκρί νταγκ), ή Μασίς) είναι το ψηλότερο βουνό του Αρμενικού Οροπεδίου με υψόμετρο 5.137 μέτρα.

Παλαιότερα με το όνομα αυτό φερόταν μικρή χώρα στο κέντρο της Αρμενίας μεταξύ του ποταμού Αράξου (σημερινού Αράς) και των λιμνών Βαν και Ουρουμίας. Αργότερα το όνομα Αραράτ έλαβε μία από τις επαρχίες του αρχαίου Βασιλείου της Αρμενίας.
Είναι γνωστό από την Παλαιά Διαθήκη, καθώς εκεί στάθηκε η κιβωτός του Νώε μετά τον κατακλυσμό. Το Αραράτ βρίσκεται στην Ασία, ανάμεσα στα σύνορα της Τουρκίας, Ιράν και Αρμενίας. Αποτελεί τμήμα του Ταύρου και θεωρείται ο κορμός της μεγάλης αλυσίδας που διαπερνά τις περιοχές του Αζερμπαϊτζάν, Γκιλάν, Μαζαντεράν και Χορασάν.( B' Βασιλειών 19:37  &  Γένεση 8-4, Ιερεμίας)

Αρμαγεδδών ή Αρμαγεδδώνας αποτελεί απόδοση στα Ελληνικά του εβραϊκού όρου αρ-Μαγεδώ, που σημαίνει «Όρος της Μεγιδδώ» ή «Όρος Σύναξης Στρατευμάτων».

Η αναφορά του όρου Αρμαγεδδών γίνεται στην Αγία Γραφή και συγκεκριμένα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. (16:16) Πρόκειται για προφητικό "τόπο" ή κατάσταση μεγάλου πολεμικού πεδίου όπου συγκεντρωμένες οι δυνάμεις "των βασιλέων της οικουμένης όλης " υπό τον έλεγχο των "πνεύματων δαιμονίων" θα διεξαγάγουν την τελική μάχη εναντίον των θεϊκών δυνάμεων, "τον πόλεμον της ημέρας εκείνης της μεγάλης του Θεού του Παντοκράτορος’(ις:14)

Ο όρος προφανώς ετυμολογείται από την σημαντική πόλη της Μεγιδώ, η οποία βρισκόταν 90 χλμ βόρεια της Ιερουσαλήμ και αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη ως τόπος ιδιαίτερα φονικών μαχών. Αυτό συνέβαινε καθώς βρισκόταν στο πιο κρίσιμο ορεινό πέρασμα του αρχαίου Ισραήλ, στους πρόποδες του όρους Κάρμηλος.

Αρνών (ποταμός)

Παλαιότερο όριο των Μωαβιτών, αργότερα όμως των Αμορραίων όταν αυτοί  κατέλαβαν την γη τους. Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει πως μετά την μάχη που έδωσαν οι Ισραηλίτες εναντίον του Σηών Βασιλέως των Αμορραίων πλησίον της πόλεως Ιασσά στην κοιλάδα του Μωάβ, και την ολοκληρωτική νίκη που πέτυχαν, ο Αρνών ποταμός έγινε πλέον το φυσικό σύνορο για την Φυλή Ρουβήν, την φυλή Γάδ και το ήμισυ της Φυλής Μανασσή, ανατολικά του Ιορδάνη έως την γη των Αμμωνιτών, αφού κατ’εντολή του Κυρίου και με αρχηγό τον Μωυσή έλαβαν για κληρονομιά όλες τις πόλεις των Αμορραίων. ( Ιης. Να. ΙΓ΄13:15-τέλος)

‘ Εκείθεν σηκωθέντες εστρατοπέδευσαν εις το πέραν του Αρνών, όστις είναι εν τη ερήμω και εξέρχεται εκ των ορίων των Αμορραίων· διότι ο Αρνών είναι το όριον του Μωάβ, μεταξύ Μωάβ και Αμορραίων.’( Αρ.ΚΑ΄13)

Με το όνομα Αροήρ αναφέρονται στη Παλαιά Διαθήκη τρεις πόλεις της Παλαιστίνης, οι:

  • Αροήρ η μεθόριος
  • Αροήρ (του Ναυή), που βρισκόταν ανατολικά της αμμωνιτικής πόλεως Ραββάθ (βιβλία Ι. Ναυή και Κριτές).
  • Αροήρ των Ο΄: κατ΄ απόδοση των Ο΄ της εβραϊκής ονομασίας της πόλης Αρ των Μωαβιτών που βρισκόταν νότια των Αργών.

Η Αρωσέθ, Χαρώσεθ ή Αρισώθ, συχνά με την προσθήκη της περιγραφικής φράσης «των εθνών», ήταν αρχαία πόλη στην Παλαιστίνη, για την οποία γίνεται μνεία στη Βίβλο.

Σύμφωνα με το βιβλίο των Κριτών (4:2, 13, 16) της Παλαιάς Διαθήκης, στην πόλη αυτή κατοικούσε ο στρατηγός Σισάρα. Βρισκόταν βόρεια της Χαναάν όπου ερείπιά της εντοπίστηκαν στους πρόποδες του Καρμήλιου όρους, κοντά στην είσοδο της στενής διόδου του ποταμού Κισσών μεταξύ της πεδιάδας του Ιεζράελ και της πόλης Άκρα.

Αναφέρεται ως τοποθεσία όπου βρισκόταν η έδρα του στρατηγού Σισαρά, τον οποίο και νίκησε η Δεβώρρα (Δεβώρα). Σύμφωνα με Βιβλικούς ερευνητές πιθανολογείται ότι η Αρωσέθ βρίσκεται περίπου όπου το σημερινό χωριό Ελ Χαριτίγιε ή Ελ Χαριτιγέ, μεταξύ Κισσών και Καρμήλου όρους.

Ασκάλων( πόλη των Φιλισταίων)

Μια από τις αρχαιότερες και γνωστότερες παραλιακές πόλεις της Παλαιστίνης. Ανήκε στην Φιλισταιική Πεντάπολη ( Κριτ. 1:18, 14:19)

Ασταρώθ   ( πόλη των Αμορραίων)

1.Πόλη της ανατολικής Ιορδανίας και πρωτεύουσα του εναπολιφθέντος  βασιλιά των Γιγάντων Ώγ βασιλιά της Βασάν. ( Δευτ. 1:4,Αρ. 32:34 ,Ιη. Να. 12:4) Βρισκόταν στις πεδιάδες του Μωάβ ανατολικά του Ιορδάνη κοντά στην Ιεριχώ.

Ο άλλος Βασιλιάς των Αμορραίων ήταν ο Σηών ο οποίος κατοικούσε στην Εσεβών

Η Παλαιά Διαθήκη μας διηγείται πως ήταν πολύ υψηλοί και δυνατοί, που στην Θέα τους οι Ισραηλίτες δείλιασαν, με αποτέλεσμα στις πρώτες μάχες που έδωσαν εναντίον τους να πάθουν πραγματική πανωλεθρία.( Δευτ. 1:4-τέλος)

2. εβραϊκό όνομα της θεάς Αστάρτη, γυναίκας του Βάαλ

Ασώρ ( πόλη της Παλαιστίνης)

Πόλη της Παλαιστίνης δυτικά της λίμνης Τιβεριάδος. Έδρα του Ιαβείν του ισχυρότερου βασιλιά της Χαναάν. Η πόλη κάηκε από τον Ιησού του Ναυή ( Ιη. Να. 11:13)

Αυσίτις( η χώρα του Ιώβ)

Η χώρα στην οποία ζούσε ο Ιώβ. Είναι δύσκολο να καθοριστεί η θέση της ( Ιώβ κεφ. α΄:1)

Αχάδ ( πόλη ΒΔ της Βαβυλώνας)

Μια από τις πόλεις του Νεβρώδ. Πρωτεύουσα του 8ου προκατακλυσμιαίου βασιλείου και πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του Σαργών στα ΒΔ της Βαβυλώνας ( Γεν. 10:10)

Η εβραϊκή ονομασία της Βαβυλώνας. Στην Βαβέλ οι απόγονοι του Νώε άρχισαν να χτίζουν πανύψηλο πύργο τον γνωστό σαν πύργο της Βαβέλ, αλλά η αλαζονεία τους τιμωρήθηκε από τον Θεό με την σύγχυση των γλωσσών ( Γεν. 11:1) Βαβυλώνα
Η Βαβυλώνα υπήρξεπόλη θαύμα του αρχαίου κόσμου στην αριστερή όχθη του Ευφράτη και αναφέρεται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη. Ιδρύθηκε από τον Νεβρώδ, εγγονό του Χάμ. Από τις ανασκαφές αποκαλύφτηκαν τα ερείπια του πύργου της Βαβέλ, του παλατιού του Ναβουχοδονόσορα, των κρεμαστών κήπων, τον τοίχο πάνω στον οποί ο Δανιήλ διάβασε ο Δανιήλ την Γραφή, καθώς και ενδείξεις για την παραμονή του βασιλιά Ιωακείμ στην πόλη ( Γέν. 10:10 Δ΄ Βασιλ. 17:24, 17:30)

Η Βαιθήλ, στα Εβραϊκά Μπέθελ  που σημαίνει «Οίκος Θεού», ήταν μια εξέχουσα πόλη του αρχαίου Ισραήλ. Βρισκόταν στο όρος Εφραίμ, Β της Ιερουσαλήμ, και υπήρξε ο πρώτος γνωστός τόπος λατρείας των Ιουδαίων, τον οποίον δυστυχώς  χρησιμοποίησαν και  για ειδωλολατρικές τελετές. Το προγενέστερο χαναανιτικό όνομα της πόλης ήταν Λουζ ( Γένεση 28:19). Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Αγία Γραφή αναφέρεται περισσότερες φορές από οποιαδήποτε άλλη πόλη εκτός από την Ιερουσαλήμ. Σήμερα πιστεύεται ότι τα ερείπιά της βρίσκονται κοντά στην πόλη Μπεϊτίν, περίπου 17 χιλιόμετρα βόρεια της Ιερουσαλήμ. Στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε το ίδιο όνομα και σε όρος εκτός του ονόματος της πόλεως και αυτό γιατί είναι ορεινή περιοχή της ίδιας πόλεως.( Α΄Σαμ.13:2 & Ιη. Να. 16:1)

Σε αυτή την πόλη κατασκήνωσε ο Αβραάμ μετά την Συχέμ όταν μπήκε στη γη της Χαναάν. (Γένεση 12:8) Αργότερα, όταν ο Ιακώβ κατευθυνόταν από τη Βηρ-σαβεέ προς τη Χαρράν, είδε εκεί ένα όραμα με μια σκάλα που έφτανε ως τον ουρανό και του επαναβεβαιώθηκε από τον Θεό η υπόσχεση που είχε δοθεί στον Αβραάμ. ( Γεν. 28:10-19) Ο Θεός απευθύνθηκε λίγο αργότερα στον Ιακώβ λέγοντας: «Εγώ είμαι ο αληθινός Θεός της Βαιθήλ, όπου έχρισες μια στήλη και όπου ευχήθηκες μια ευχή σε εμένα. Τώρα σήκω, βγες από αυτή τη γη και επίστρεψε στη γη της γέννησής σου». (31:13,) Αιώνες αργότερα, η Βαιθήλ έγινε η σημαντικότερη πόλη του βόρειου ισραηλιτικού βασιλείου υπό τον βασιλιά Ιεροβοάμ. Σύμφωνα με τις Γραφές, εκείνη την περίοδο της αποστασίας του λαού Ισραήλ από την λατρεία του Κυρίου, η Βαιθήλ μαζί με τη Δαν έγιναν ξακουστές ως κέντρα ειδωλολατρίας καθώς ο βασιλιάς είχε ανεγείρει σε αυτές χρυσά μοσχάρια ώστε να κάνει τον λαό να πάψει να πηγαίνει για λατρεία στον Ναό της Ιερουσαλήμ. (A΄ Βασιλ. 12:27-29, 31:33)

Παρά την επικράτηση της ειδωλολατρίας στη Βαιθήλ, η πόλη υπήρξε ο τόπος όπου διέμενε μια ομάδα προφητών κατά την περίοδο του Ηλία και του Ελισαιέ. Ήταν επίσης ο τόπος όπου ατίθασα παιδιά χλεύασαν τον προφήτη Ελισαιέ, πράγμα που τούς κόστισε τη ζωή τους ως αποτέλεσμα θεϊκής κρίσης. (2 Βασιλέων 2:1-3, 23, 24) Η πόλη με τα περίχωρά της εδόθησαν την εποχή του Ιησού του Ναυί στην φυλή του Βενιαμίν

Το όνομά της εξελληνισμένο προέρχεται εκ της εβραϊκής "Μπαιθ-Ανάθ", που σημαίνει οίκος, τόπος της θεάς Ανάθ. Η Βαιθανάχ ήταν περιτείχιστη χαναανιτική πόλη που διατήρησε τον φυλετικό χαρακτήρα των κατοίκων της Χανααναίων για μακρό χρονικό διάστημα και μετά την εισβολή και αυθαίρετη εγκατάσταση των Ισραηλιτών στα εδάφη τους.

Πιθανολογείται ότι η θέση της πόλης αυτής βρίσκεται στο σημερινό Ισραήλ, περί τα 9 χλμ. δυτικά της Κάδης, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η σημερινή κωμόπολη Αϊνιθά ή Αϊνατά.

Βαιθ-φεγώρ ( πόλη των Αμορραίων)

πόλη στη κοιλάδα του Μωάβ που ανήκε πρίν από τους Ισραηλίτες στους Αμορραίους. Έγινε γνωστή από το γεγονός ότι εκεί, πλησίον της πόλεως, ετάφη ο Μωυσής, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 120 ετών, αφού πρώτα ο Θεός του έδειξε τη γη της Επαγγελίας από το όρος Νεβώ και την κορυφή Φασγά. και όπως λέει η Αγία Γραφή "κανείς μέχρι σήμερα δε γνωρίζει τον τάφο του" (Δευτ. 34:1-6).

Με την ονομασία Βασάν ( γόνιμο έδαφος) αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη η περιοχή της Παλαιστίνης που βρίσκεται ανατολικά της Λίμνης Τιβεριάδας, πέραν του Ιορδάνη ποταμού και νότια του Ερμών. Πρόκειται για τη σημερινή καλούμενη Εν Νουκρά. Στη περιοχή αυτή σύμφωνα με τη διήγηση στο βιβλίο Γένεση (14:5) ήταν το βασίλειο του Ωγ όπου κατοικούσαν γίγαντες. Αρχικά κατάφερε και τους εξολόθρευσε ο Χοδολλογομόρ βασιλιάς του Ελάμ, ενώ αργότερα  ο Μωυσής τους νίκησε στην πόλη Εδραί καθώς και τον εναπομείναντα βασιλιά τους  τον  Ωγ, κυριεύοντας τις πόλεις τους και διαμοιράζοντες αυτές στις φυλές των Ισραηλιτών Ρουβήν, Γάδ και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή. Hπεριοχή αυτή εδόθη στην φυλή Μανασσή. ( Ιη. Να. 13:29)

Πρωτεύουσα της Βασάν φερόταν η Ασταρώθ, άλλες σπουδαίες πόλεις της ήταν η Ασταρώθ Καρναΐμ, η Βοσόρα ή Βόσρα, η Γουλών, η Εδραΐν, η Σελά κ.ά. Η Βασάν στους βιβλικούς χρόνους φημιζόταν για τους ταύρους της. ( Γένεση 14:5 -Δευτερονόμιο 1,4 - Ιησούς του Ναυή 9,10, κ.εξ.-  Αριθμοί 21:33, 32:33 )

Πόλη της φυλής Μανασσή στην Παλαιστίνη. Την εποχή του Σαούλ ανήκε  στους Χαναναίους, αλλά στα χρόνια του Σολομώντα στο βασίλειό του (Ιη. Να. 17:11, 17:16)

Η Βηθλεέμ ( οίκος άρτου) υπήρξε πόλη της Παλαιστίνης, επονομαζόμενη άλλοτε Εφραθά (δηλ. «γόνιμος») ενώ σήμερα από τους Άραβες Μπέϊτ-ουλ-λαμ (δηλ. «Οίκος Κρέατος») εκ της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας, απέχουσα 10 χλμ. ΝΝΔ της Ιερουσαλήμ και 110 χλμ. Ν. της Ναζαρέτ. Πατρίδα του γαιοκτήμονα Βοόζ και σύζυγος της Ρουθ, προγόνου του Δαβίδ, αλλά και τόπος γέννησης του Βασιλιά Δαβίδ.

Σε αυτή την πόλη σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Λουκά και του Ματθαίου στην Καινή Διαθήκη, γεννήθηκε σε φάτνη ο Ιησούς Χριστός.( Γεν. 35:19)

Η Βηθσαϊδά ( ψαρότοπος) ήταν πόλη παράκτια επί της Βορειοανατολικής ακτής της θάλασσας (ή λίμνης) της Γαλιλαίας (ή Τιβεριάδος), στην αρχή του Ιορδάνη και έναν από τους κύριους τόπους θαυμάτων του Ιησού. Η Βηθσαϊδά αναφέρεται και  ως πατρίδα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέα, Φιλίππου και Πέτρου (Ιωάν.1/44, Μάρκ.8/22 και Ματθ.11/21)

Ολόκληρη η περιοχή ονομάζεται Γαλιλαία. Και η Τιβεριάδα είναι παράκτια πόλη στη νοτιοδυτική όμως ακτή, επειδή όμως αυτή η πόλη πήρε το όνομά της από τον Τιβέριο, τιμής ένεκεν, ονόμασαν και τη λίμνη της Γαλιλαίας, Λίμνη Τιβεριάδος.

Στα χρόνια του Αβραάμ ήταν ένας έρημος τόπος, στον  οποίο κατοίκησε η Άγαρ όταν γέννησε τον Ισμαήλ, αφού ανακαλύφθηκε νερό, εξ αιτίας του οποίου ο Αβραάμ  εφύτευσε  δρυμό. Ποιο συγκεκριμένα η Βηρσαβεέ εξελίχθηκε σε  πόλη της Παλαιστίνης ΝΔ της Νεκράς η Αλμυράς Θάλασσας στα σύνορα με τον Εδώμ, την οποία κληρονόμησε η  φυλή του Ιούδα  και ενδεχομένως και η φυλή Συμεών. Η Παλαιά Διαθήκη μας διηγείται πως εκεί κατέφυγε ο Ηλίας  για να γλυτώσει από τον θυμό της Ιεζάβελ της γυναίκας του Αχαάβ βασιλέως του Ισραήλ. (Α΄Βασιλ. 19:4) Επίσης πως  Ο Θεός υπέδειξε στην τοποθεσία  εκείνη που ήταν έρημος στην Άγαρ πηγή ( φρέαρ) με νερό, όταν αυτή διώχτηκε από το σπίτι του Αβραάμ. (Γέν. 21:14) Αργότερα ο Αβραάμ έκανε  εκεί όρκο συμμαχίας με τους Φιλισταίους. ( Γέν 21:25-34) Είναι η σημερινή Μπίρ Σεβά.
2. Βηθσαβεέ Ισραηλίτισσα καλλονή, κόρη του Ελιάβ και γυναίκα του Ουρίου του Χετταίου….. ( Β΄Βασιλ.11:3)

Ιστορικός χάρτης της Μ. Ασίας

Η Βιθυνία είναι ιστορική περιοχή της Μικράς Ασίας, που απετέλεσε ρωμαϊκή επαρχία, ενώ αναφέρεται και στην Καινή Διαθήκη.

Προσδιορίζοταν επί των ασιατικών ακτών του Βοσπόρου, την έξοδο στη Μαύρη Θάλασσα και μέχρι το μέσο των νοτίων ακτών της με αρκετό εύρος ηπειρωτικού εδάφους, συνορεύουσα A. με τη Παφλαγονία, προς N. με τη Γαλατία και Φρυγία και Δ. με τη Μυσία περιλαμβάνοντας τη μεταξύ των ποταμών Ρυνδάκου και Παρθενίου έκταση (χώρα) με την κλιμακωτή ενδοχώρα όπου φθάνουν οι διακλαδώσεις του Μύσιου Όλυμπου. Την έκταση αυτή έλαβε από τις κατακτήσεις των ντόπιων Βιθυνών ηγεμόνων μετά την περίοδο των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου.

Της περιοχής αυτής, που διαρρέεται από τον ποταμό Σαγγάριο, πρώτοι κάτοικοι υπήρξαν οι Χετταίοι, εκτοπιζόμενοι από τους Φρύγες. 

Μετά οι Μυσοί και αργότερα οι άποικοι των Μεγάρων έκτισαν την Κίο, τη Χαλκηδόνα και τον Αστακό. Στους αρχαίους χρόνους κατελήφθη από τους Πέρσες και μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου επανέκτησε ανεξαρτησία μέχρι το 71 π.χ. οπότε και απετέλεσε ρωμαϊκή επαρχία Η Βιθυνία αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων(ιστ΄ 7).

Γαβαά η  Γεβά η Γαβά η Γάβα η Γιβεάθ 

Βιβλική πόλητης Παλαιστίνης που βρίσκεται  βόρεια της Ιερουσαλήμ. και στα δυτικά της πεδιάδας Εσδραελών. Θεωρείται πατρίδα του πρώτου Βασιλέως του Ισραήλ Σαούλ (Α΄Βασιλ. 15:22, Α' Σαμουήλ 10:5,10,26, κεφ.13,14 κεφ. 23:19 & Ησα.10:29)και μια εκ των 26 πόλεων που ανήκε στην φυλή Βενιαμίν. (Ιη.Να.18:24 &Κριτ.19:14  ) 

Οι κάτοικοί της βαρύνονταν με το έγκλημα της γυναίκας του λευίτη Εφραίμ και για αυτό οι άλλες φυλές κατέστρεψαν εντελώς την πόλη.  ( Κρ. 20:5&  20:37) 

Ορεινή πόλη καθώς ήταν, την εποχή του Ηρώδου το 30π.χ.είχε αναπτύξει πάρα πολύ την κτηνοτροφία, από τα κοπάδια των οποίων προμηθεύονταν  μαλλί για την ένδυση. Μάλιστα πρόσφατες ανασκαφές στην Γαβαά έφεραν στο φως  μια μεγάλη βιοτεχνία λινού

Η κυριότερη των Γαβαωνιτών. Ανήκε στην οικογένεια του Ααρών ( Β΄Βασιλ.5:25) οι Γαβαωνίτες με την άφιξη των Εβραίων στην Παλαιστίνη με δόλο πέτυχαν την συμμαχία του Ιησού του Ναυή ο οποίος νόμισε πως ήταν ξένοι ( Α΄Παραλ. 12:4 Β΄Βασιλ. 21: 1-2)

Γαδ ( πρόσωπο = καλότυχος) & όνομα Φυλής Γάδ

Με το όνομα Γαδ αναφέρονται τρία διαφορετικά πρόσωπα στην Παλαιά Διαθήκη:

α) Ο Γαδ, του οποίου το όνομα σημαίνει «καλοτυχία», ήταν γιος του Ιακώβ μέσω της Ζελφά, υπηρέτριας της Λείας που ήταν σύζυγος του Ιακώβ. (Γένεση 30:9-13· 35:26) β) Σε μία από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ δόθηκε το όνομα  του Γάδ υιού του Ιακώβ. (Γένεση 46:16· Αριθμοί 1:1-3, 24, 25· Ιησούς του Ναυή 13:24-28). Ενώ ο Μωυσής όρισε τις φυλές Γαδ, Ρουβήν και το μισό της φυλής Μανασσή να κατοικούν σε ομώνυμες περιοχές γης ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού.πόλεις και τοποθεσίες της φυλής Γάδ

‘Και έδωκεν ο Μωϋσής κληρονομίαν εις την φυλήν Γαδ, εις τους υιούς Γαδ, κατά τας συγγενείας αυτών·’ (Ιησούς Ναυή  13:24-29) Ραμάθ-μισπά  , Βετονίμ, *Μαχαναΐμ , εν τη κοιλάδι, Βαιθ-αράμ και Βαιθ-νιμρά και *Σοκχώθ ( πόλη των Αμορραίων), Σαφών, σημ. (*) πόλεις και τοποθεσίες για τις οποίες υπάρχουν πληροφορίες

γ) Ο Γαδ, προφήτης και οραματιστής, σύγχρονος του Δαβίδ. (1 Σαμουήλ 22:1-5) Χρησιμοποιήθηκε από τον Θεό για να διαπαιδαγωγήσει τον Δαβίδ. (2 Σαμουήλ 24:10-19· 1 Χρονικών 21:9-19)

Αποτελούσε μέρος της Δεκάπολης. Βρισκόταν ΝΑ  από την λίμνη της Τιβεριάδος

Πόλη της ΝΔ Παλαιστίνης και σύνορο των Χανανίτικων φυλών, ( Γέν. 10:19)  από τις ποιο αρχαίες και ποιο ισχυρές επειδή ήταν περιτοιχισμένη και στην οποία αρχικά κατοικούσαν Χαναναίοι. Στις αρχές του 12ου π.χ. αιώνα, και όταν  η Αιγυπτιακή επικυριαρχία  είχε πλέον ατονήσει, ( διότι η Παλαιστίνη ήταν υποτελής στους Αιγυπτίους) εγκαταστάθηκαν οι Φιλισταίοι,- ένας λαός με ανεπτυγμένη την πολεμική τέχνη, - σε όλο το μάκρος των ακτών της Μεσογείου Θαλάσσης καθώς και σε οχυρωμένες πόλεις όπως η Γάζα.
Στην αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης διαπιστώνουμε πως  εκτός από οχυρωμένη πόλη θα πρέπει να είχε και επιβλητικά κτίρια σαν εκείνο όπου ο Σαμψών  γκρέμισε τις μεσαίες κολώνες ενός εξ αυτών στις οποίες τον είχαν αλυσοδέσει οι Φιλισταίοι Μόνο στην ταράτσα του ήταν 3000 λαού. το κτίριο καταστράφηκε και στα ερείπιά του θάφτηκε ο Σαμψών μαζί με τους Φιλισταίους.( Κρ.16:27-30)
Σημαντικές προφητείες για τους Φιλισταίους και τις σατραπείες τους μεταξύ των οποίων και της Γάζας βλέπουμε στον (Αμώς 1:6,Σοφονίας 2:4,Ζαχαρίας  9:5-9)
Σήμερα την ξέρουμε σαν την σπουδαιότερη πόλη από την οποία πήρε το όνομά της και η περιοχή της Λωρίδας της Γάζας, που αποτελεί μια παράλια χερσαία λωρίδα στο νοτιοανατολικό άκρο της Μεσογείου μεταξύ της Αιγύπτου και του Ισραήλ που δημιουργήθηκε το 1948, με βάση τη γραμμή εκεχειρίας του Πρώτου Αραβοϊσραηλινού πολέμου. Πρόκειται για μια χερσαία λωρίδα που εκτείνεται βόρεια των ανατολικών συνόρων της Αιγύπτου μήκους 41 χιλιομέτρων και πλάτους μεταξύ 6 και 12 χιλιομέτρων, με συνολική έκταση 360 km2 στην οποία και κατοικούν 1,5 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι (1.500.202 σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2008 )
Αλλες σημαντικές πόλεις είναι η Ράφα και η Χαν Γιουνίς.

Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν Γεθθά, Γίττα και Γίθθεμ μια από τις πέντε πόλεις της Φιλισταιικής Πεντάπολης. Σύμφωνα με την Π. Διαθήκη διαφυλάχτηκε για ένα διάστημα η Κιβωτός της Διαθήκης από τους Φιλισταίους (Ιη.Να. 11:22, 12:9)

Με την ονομασία Γαλαάδ ή Γη Γαλαάδ, φέρεται ιστορική ορεινή περιοχή της Παλαιστίνης που βρίσκεται μεταξύ του Ιορδάνη ποταμού και της αραβικής ερήμου.

Κατά την αρχαιότητα στη περιοχή αυτή υπήρχε σπουδαία κτηνοτροφία και ανεπτυγμένο εμπόριο αρωμάτων με την Αίγυπτο. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, μετά την έξοδο (φυγή) των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, τη μακρά περιπλάνησή τους στην έρημο του Σινά και την κατάληψη της γης Χαναάν, ήλθε και εγκαταστάθηκε στη γη Γαλαάδ μία από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ και συγκεκριμένα η έβδομη φυλή των Εβραίων, η φυλή του Γαδ, του εβδόμου γιου του Ιακώβ που είχε αποκτήσει με την υπηρέτρια της συζύγου του Λείας, τη Ζεφρά.
Σε κάποια τμήματα της περιοχής Γαλαάδ, κατά το ήμισυ όπως μας πληροφορεί η Παλαιά Διαθήκη, φέρονταν να εγκαταστάθηκαν και άλλες εβραϊκές φυλές, όπως η φυλή Ρουβήν και η φυλή Μανασσή.( Ιη. Να. 13:15)

Στο όρος Γαλαάδ κατέφυγε και ο Ιακώβ κυνηγημένος από τον Λάβα τον Σύρο τον πεθερό του φοβούμενος να μην τον σκοτώσει ( Γεν. 31:21).

Με τους κατοίκους της περιοχής αυτής είχαν κατά καιρούς συγκρουσθεί οι Μωαβίτες, οι Αμωνίτες, και οι Ασσύριοι.

Κυριότερες πόλεις στην περιοχή Γαλαάδ την εποχή εκείνη, κατ΄ αλφαβητική σειρά ήταν: η Βοτανίμ, η Μαναΐν, η Μασηφά, η Ραββά και η Ραμώθ. 

Από την Γαλαάδ κατάγονταν ο Ιαείρ, ο Ιεφθάε και ο Προφήτης Ηλίας.

Σήμερα η περιοχή αυτή υπάγεται στην Ιορδανία υπό το όνομα Τζαμπάλ Αντζιούν.

1.Τοποθεσία ανατολικά της Παλαιστίνης κοντά στην Ιεριχώ, όπου οι Ισραηλίτες έμειναν αρκετό καιρό πριν την κατάληψη της πόλης. Η Κιβωτός της Διαθήκης φυλαγόταν για έξι χρόνια στα Γάλγαλα, που θεωρούνταν ιερός τόπος.
2.άλλη τοποθεσία στα βόρεια της Βαιθήλ που έπαιξε ρόλο στην ζωή του προφήτου Ελισαίου.

Με το όνομα Γαλιλαία, που αποτελεί εξελληνισμένο τύπο του εβραϊκού ονόματος Γαλείλ, (= που σημαίνει κύκλος, περιοχή), φέρεται η βορειότερη περιοχή της σημερινής Παλαιστίνης. Είναι πολύ γνωστή τοποθεσία λόγω της αναφοράς της στη Καινή Διαθήκη.  

Αρχικά Γαλείλ ή Γαλεΐλ ονομαζόταν η βόρεια της πεδιάδας Μπαττώρ ορεινή χώρα. Στη περιοχή αυτή εγκαταστάθηκαν οι Ισραηλίτες όπου έμεναν και πολλοί "εθνικοί" εξ ου και η χαρακτηριστική ονομασία της "Γαλιλαία των Εθνών".
Κατά τους χρόνους του Ιησού Χριστού, Γαλιλαία ονομαζόταν ολόκληρη η περιοχή βόρεια της Σαμάρειας που αποτελούσε επαρχία της Παλαιστίνης στην οποία συμπεριλαμβάνονταν τα παλαιά εδάφη των φυλών Νεφθαλείμ, Ασήρ ή Ασώρ, Ζαβουλών και Ισσάχαρ. Η Γαλιλαία χωριζόταν σε Άνω και Κάτω Γαλιλαία των οποίων τα όρια καθόρισε ο Ιώσηπος όπως και τα Ταλμούδ.

Γενικά η Γαλιλαία είναι ορεινή χώρα που συνδέεται στενά με τον Λίβανο όπως η ρίζα με τον κορμό του δένδρου. Ο Ιώσηπος παρέχει σπουδαία περιγραφή αφενός για την ευφορία της Γαλιλαίας, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως "μέγα κήπο", και αφετέρου για το κλίμα της και τα υπέροχα τοπία της, πολλά των οποίων, παρά τις καταστροφές που έχουν συμβεί, διασώζονται μέχρι και σήμερα. Επίσης ο Ιώσηπος μεταξύ των άλλων υμνεί και την ανδρεία και το φιλελεύθερο πνεύμα των κατοίκων της περιοχής αυτής, των Γαλιλαίων, όπου και εξηγούνται οι επανειλημμένες στάσεις τους κατά των Ρωμαίων.
Την εποχή εκείνη, (1ος αιώνας, μ.Χ.) η Γαλιλαία περιελάμβανε, (κατά Ιώσηπο), 15 πόλεις οχυρωμένες (με τείχη) και 204 χωριά, όλα σε πλήρη ακμή. Στη περιοχή αυτή υπάγονταν και η ιχθυοτρόφος λίμνη της Γεννησαρέτ που σχετίστηκε με την ιστορία του Ιησού Χριστού, όπου κατά τους ιερούς Ευαγγελιστές φέρεται να την επισκέφθηκε 4 φορές, και μία εξ αυτών να την διέπλευσε.

Βουνό της Παλαιστίνης απέναντι από το βουνό Γαβάλ, τόπος λατρείας και θρησκευτικό κέντρο των Σαμαρειτών ( Δευτ.11)

Η Γέεννα είναι Βιβλική περιοχή που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη. Πρόκειται για τη "κόλαση" όπου θα τιμωρηθούν, μετά θάνατο, οι αμαρτωλοί. Η λέξη προέρχεται εκ του εβραϊκού "Γκε Χιννώμ" ή "Γκε Μπεν Χιννώμ" που σημαίνει "κοιλάδα του γιου του Εννώμ".  Πρόκειται για βαθύ και στενό φαράγγι που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά τείχη της Ιερουσαλήμ που ενώνεται στα νότια της πόλης με την κοιλάδα του Ιωσάφατ.   Κατά τους ειδωλολατρικούς χρόνους είχε στηθεί σ΄ αυτό το μέρος το τερατόμορφο χάλκινο άγαλμα του Μολώχ στο οποίο οι Ιουδαίοι πρόσφεραν ως θυσία τα παιδιά τους. Ο Ιωσίας καταράστηκε τη τοποθεσία αυτή ονομάζοντάς την Τοφέθ (=φρίκη), ο δε Ιερεμίας προείπε ότι εκεί θα τιμωρηθούν όλοι οι Ισραηλίτες που έχουν ασεβήσει, εξ ου και επεκράτησε η λέξη "γέεννα" ή "γέενα πυρός".  Εκεί επίσης γίνονταν οι θανατικές εκτελέσεις και ρίπτονταν τα απορρίμματα της Ιερουσαλήμ.

Περιοχή στους πρόποδες του όρους των Ελαιών

Πόλη της Δ. Ιορδανίας,παλιά πρωτευουσα των Φιλισταίων. Σ’αυτήν έμεινε κάποτε ο Αβραάμ ( Γεν.10:19, 26:8-19)

Πόλη της Χαναάν ανατολικά της Θάλασσας της Γαλιλαίας. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Γεργεσαίοι ( Γεν.10:16 Δευτ.7:1)

Λόφος της Ιερουσαλήμ, στον οποίο σταυρώθηκε ο Χριστός. Ο Γολγοθάς έχει σχήμα κρανίου. Σ'αυτό οφείλεται και η ονομασία του, που στα εβραϊκά σημαίνει κρανίο. Για το λόγο αυτό επίσης είναι γνωστός και ως κρανίου τόπος.

Η Γόμορα ήταν μια βιβλική πόλη που έγινε γνωστή από την αιφνίδια καταστροφή της, μαζί με τα Σόδομα, στο νότιο άκρο της Νεκράς θάλασσας. Η Γόμορα μαζί με τα Σόδομα, την Αδαμά, τη Σεβωείμ και τη Σηγώρ αποτελούσαν την πεντάπολη της κοιλάδας Σιδδίμ. Αναφέρεται τόσο στη Παλαιά Διαθήκη όσο και στη Καινή Διαθήκη με αιτία της ολοκληρωτικής καταστροφής της, από τον Κύριο, τον έκλυτο βίο και την ανηθικότητα των κατοίκων της. Πρόκειται για την Γόμορα, ή Γομόρρα, και όχι τα Γόμορα που λανθασμένα πολλοί την αποκαλούν ως συνέχεια των Σοδόμων.

Αρχαιότατη πόλη της Μικράς Ασίας που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Επί Αρραμαίων η πόλη απέκτησε μεγάλη ισχύ (Β΄Βασιλ. 16:10)

Oρεινή πόλη που κατοικούσαν οι Ανακείμ, νοτιοδυτικά της Χεβρών, και αποτελούσε  το βόρειο όριο των συγγενειών της φυλής του Ιούδα, το οποίο ξεκινούσε από ‘του κόλπου της θαλάσσης κατά το άκρον του Ιορδάνου’ανέβαινε το όριον προς Δεβείρ από της κοιλάδος Αχώρ, και αφού πέρναγε από την Ιερουσαλήμ κατέληγε στην Θάλασσα. ( Ιη. Να. 15:5-12) Την Δεβείρ την  εκυρίευσεν ο Γοθονιήλ ο υιός του Κενέζ αδελφός του Χάλεβ, ( Ιη. Να. 15:17 & 10:38) ο οποίος όπως την Χεβρών, έτσι και την Δεβείρ, την έλαβε ως μερίδιο για να κατοικεί μεταξύ των υιών του Ιούδα, κατά την υπόσχεση του Κυρίου στον Ιησού του Ναυί, για το θάρρος που έδειξε ο Χάλεβ κατά την είσοδο των Ισραηλιτών στην Γη Χαναάν. Ανάμεσα στις συγγένειες των φυλών του Ιούδα και Χάλεβ και στην πόλη της Δεβείρ καθώς και στα περίχωρα αυτής βλέπουμε να εγκαθίστανται και εκ της φυλής του Λευί. (Α΄Χρον. 6:58)  μετά από τις μάχες που έδωσε ο Ιησούς του Ναυί και ο Χάλεβ με τους Ανακείμ δεν έμειναν Aνακείμ στην νεοαποκτηθείσα γη των Ισραηλιτών παρά μόνον στη Γάζα, στη Γαθ, και στην 'Άζωτο . ( Ιη. Να. 11:22)

Αρχαιότατη οχυρή πόλη στους πρόποδες του Καρμήλου όρους. Έδρα των Χαναναίων ηγεμόνων. Από τον Ιησού του Ναυή δόθηκε στη φυλή Μανασσή ( Ιη. Να. 17:11)

Οι Δώδεκα Φυλές του Ισραήλ ήταν σύμφωνα με την Εβραϊκή βίβλο Τανάκ το έθνος του Ισραήλ που είχε επιλέξει ο Θεός, οι Ισραηλίτες. Η ιστορία των δώδεκα φυλών είναι από το 1200 - 1000 π.χ.

Η Παλαιά διαθήκη αναφέρει τις φυλές και τους προγόνους. Στην Γένεση βρίσκουμε τα εξής αποσπάσματα:   

Γεν 29,31-30,24:γιοί της Λείας: Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών.γιοί της Βαλλά: Δαν, Νεφθαλί γιοί της Ζελφά: Γαδ, Ασήρ. γιοί της Ραχήλ: Ιωσήφ, Βενιαμίν

Γεν 35,23-26: γιοί της Λείας: Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών. γιοί της Ραχήλ: Ιωσήφ, Βενιαμίν. γιοί της Βαλλά: Δαν, Νεφθαλί. γιοί της Ζελφά: Γαδ, Ασήρ

Βιβλικός κήπος που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη στο πρώτο βιβλίο Γένεση (2:8). Η ονομασία Εδέμ είναι η ελληνική απόδοση του εβραϊκού Έντεν (= απόλαυση). 

Προσδιορίζεται ως επίγειος τόπος που παραχώρησε ο Θεός στους Πρωτόπλαστους Αδάμ και Εύα, στη Μεσοποταμία, όπου και συνέβη η πρώτη Θεοδικία. Ο δε γεωγραφικός προσδιορισμός στη Μεσοποταμία οφείλεται εκ της αναφοράς τεσσάρων ποταμών που πλαισίωναν αυτό, ο Τίγρης ποταμός, ο Ευφράτης και δύο άλλων αγνώστων ακόμα σήμερα, ο Πισών και ο Γιών. Ο Ιώσηπος Φλάβιος ταύτιζε αυτούς με τον Νείλο και τον Γάγγη αντίστοιχα, ενώ νεότεροι μελετητές της Π.Δ. τοποθετούν τον κήπο της Εδέμ στο σημερινό αραβικό εμιράτο του Μπαχρέιν.

Εδρεΐ,  ( πόλη των Αμορραίων)

Πόλη που ήταν στην πεδιάδα του Μωάβ και ανήκε στους Αμορραίους, στον εναπολιφθέντα  βασιλιά των Γιγάντων Ώγ, που κατοικούσε την Βασάν και τα περίχωρα αυτής ( Δευτ. 3:11) στην Εδρεί ο Μωυσής έδωσε μάχη με τον βασιλιά των Αμορραίων τον Ώγ και τον ενίκησε παίρνοντας υπό την κατοχή τους οι Ισραηλίτες όλες τις πόλεις τους, όπως έκαναν και με τον άλλο βασιλιά των Αμορραίων τον Σηών, από το όρος Αερμών έως τον ποταμό Αρνών και όλες τις πεδινές πόλεις τις κοιλάδας του Μωάβ, όπως, την Βασάν την Γαλαάδ κ.ά. ( Δευτ. 3:8,) τις οποίες διαμοιράστηκαν οι φυλές των υιών Ρουβήν, Γάδ και το ήμισυ της Φυλής Μανασσή. Η Εδρεί εδόθη στην φυλή Μανασσή(Ιη. Να. 13:29)

1.Βραχώδης χώρα μεταξύ Ιουδαίας και Πετραίας Αραβίας. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν Ιδουμαία. Πρωτεύουσά της ήταν η Σελά η αλλιώς Πέτρα. Το 2ο π.χ. αιώνα ενώθηκε με το Ιουδαϊκό βασίλειο (Γεν.27:39, Αρ.26:14)

2. προσωνυμία του Ησαύ μεγαλύτερου γιού του Ισαάκ ( Γέν. 25:30, 30:36)

3. οι κάτοικοι του Εδώμ οι οποίοι ήσαν απόγονοι του Ησαύ και ονομάζονταν Εδωμίτες ήταν και συγγενικός λαός με τους Ιουδαίους εξαιτίας της καταγωγής τους. Όμως υπήρξαν αμείλικτοι εχθροί με τους Ισραηλίτες ,διαιωνίζοντας την έχθρα μεταξύ Ησαύ και Ιακώβ. Αρνήθηκαν στον Μωυσή την δίοδο και ήταν πάντα έτοιμοι να βοηθήσουν οποιοδήποτε στρατό θα έκανε επίθεση ενάντια στο λαό Ισραήλ. Με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70μ.χ. εξαφανίστηκαν από την ιστορία.

Η αρχαία χώρα του Ελάμ στον Περσικό Κ.

Με την ονομασία Ελάμ φέρεται αρχαία Βιβλική χώρα ανατολικά της Βαβυλώνας, κατά μήκος των ΒΑ. ακτών του Περσικού κόλπου, της οποίας όμως πρωτεύουσα φέρεται η ιστορική πόλη Σούσα, η οποία όταν την κατέλαβαν οι Πέρσες κατέστη πρωτεύουσα της Σατραπείας της Ιλαντού η αλλιώς Σουσιανής.(ελλην.)
Κάτοικοί της χώρας Ελάμ ήταν οι Εβραίοι Ελαμίτες, που θεωρούνταν απόγονοι του Ελάμ, του μεγαλύτερου γιου του Σημ (Γένεση 10:22, Έσδρας 4:09), εξ ου και η ονομασία της.

Αναφέρεται τόσο στη Παλαιά Διαθήκη όσο και στη Καινή Διαθήκη, όταν προσκυνητές Ελαμίτες είχαν προσέλθει στην Ιερουσαλήμ για την εβραϊκή Πεντηκοστή, ή Γιορτή του θερισμού.

Η χώρα Ελάμ προσδιορίζεται στη θέση του σημερινού Χουζιστάν, όπου και η αρχαία Σουσιανή. Πρόκειται για περιοχή της νοτιοδυτικής Περσίας.(Γένεση 14:1, Νεεμίας 1:1, Ησαΐας 21:2 και Πράξεις 2:9).

Αρχαία πόλη της Παλαιστίνης στην περιοχή του Μωάβ

Γνωστό χωριό της Παλαιστίνης που αναφέρεται στη Καινή Διαθήκη και που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 10 χλμ. (60 στάδια), ΒΔ. της Ιερουσαλήμ.

Ο Ιησούς την αυτή ημέρα της Ανάστασής Του εμφανίσθηκε σε δύο από τους μαθητές του που πήγαιναν προς αυτό το χωριό. Αναφέρεται το όνομα μόνο του ενός που ήταν ο Κλεόπας, ο δε άλλος παραμένει άγνωστος, (Λουκάς 24:13, 18).

Μια από τις πόλεις του Νεβρώδ. Αρχαιότατη πόλη σε μικρή απόσταση από τον κήπο της Εδέμ (Γεν. 10:10)

Ορεινός όγκος στα σύνορα της Συρίας και του Λιβάνου, προέκταση του όρους Αντιλίβανος. Αναφέρεται σε πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης.

Η Ερυθρά θάλασσα είναι στενός θαλάσσιος βραχίονας του Ινδικού Ωκεανού ανάμεσα στην ΒΑ. Αφρική και την ΝΔ. Ασία δημιουργώντας τον αρχαίο Αράβιο κόλπο, κατά διεύθυνση Β.ΒΔ. - Ν.ΝΑ. Ενώνεται με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του στενού του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και του κόλπου του Άντεν και με τη Μεσόγειο με τη διώρυγα του Σουέζ. Στα βόρειο άκρο της προβάλλει μικρός βραχίονάς της δημιουργώντας τον κόλπο της Άκαμπα όπου μεταξύ αυτού και του κόλπου του Σουέζ - βρίσκεται η χερσόνησος του Σινά. Έχει 1.900 χλμ. μήκος, 300 χλμ. μέγιστο πλάτος και 450.000 τ.χμ. έκταση. 

Την εποχή της «Εξόδου» (ή φυγής) των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, η Ερυθρά ονομαζόταν και Θάλασσα των Καλαμιών και ήταν τότε λίμνη. Το βόρειο σημερινό τμήμα της, δυτικά της χερσονήσου Σινά, αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (βιβλίο «Έξοδος») ότι διέσχισαν οι Ισραηλίτες, όπως επί χιλιετηρίδα διασχιζόταν μόνο κατά πλάτος και ποτέ κατά μήκος. 

Το όνομά της οφείλεται σε πλήθος μικρών ζωοφύτων που επιπλέουν σε μεγάλη έκταση επ΄ αυτής από αρχαιοτάτων χρόνων, προσδίδοντάς της χρώμα ερυθρωπό. Επί το πλείστον οι ακτές της Ερυθράς είναι χαμηλές και αμμώδεις, ο δε βυθός της κοντά στις ακτές είναι απότομος και ακανόνιστος, και σε πάρα πολλά σημεία λίαν επικίνδυνος, ιδιαίτερα σε μικρά ιστιοφόρα, λόγω των πλακόμορφων κοραλλιογενών υφάλων.
Η Ερυθρά προσβάλλεται ειδικά στο νότιο τμήμα της από τους ετήσιους μουσώνες τους οποίους πρώτος κατέγραψε ο αρχαίος Έλληνας γεωγράφος και μετεωρολόγος Ίππαλος, ενώ στο βόρειο τμήμα του από τους συνήθεις μεσογειακούς περισσότερο όμως σφοδρούς. Οι Άραβες, ακτοπλοώντας μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας την περιοχή αυτή, φοβούνταν αμφότερους τους παραπάνω ανέμους και γι΄ αυτό συγκρατούσαν τα πρωτόγονα σκάφη τους από τις ακτές που τραβούσαν συνηθέστερα καμήλες. Έχει σημειωθεί ότι όταν επιχειρούσαν τον κατά μήκος διάπλου της Ερυθράς η διάρκειά του έφθανε τους οκτώ μήνες.

Πόλη της Παλαιστίνης και έδρα του Ισραηλίτη βασιλιά  Άχαάβ.

Εσεβών

Αρχαία πόλη της Παλαιστίνης, Βρισκόταν ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού, μεταξύ των ποταμών Αρνών και Ιαβόκ. Η πόλη αρχικά ανήκε στους Μωαβίτες, έπειτα όμως την κατέλαβαν οι Αμορραίοι  έχοντας αρχηγό τους τον Βασιλέα Σηών, οι οποίοι την έκαναν πρωτεύουσά τους. ( Αρ. 21:26)  Αργότερα ο Σηών νικήθηκε από τους Ισραηλίτες οι οποίοι την κατέλαβαν και την έδωσαν κληρονομία για να την κατοικούν στην φυλή  Ρουβήν και τους Λευίτες. Εκτός από την Εσεβών οι Αμορραίοι έχασαν όλη την γη τους  και όλες τις πόλεις τους μεταξύ των οποίων ήταν η Βαίθ- Φεγώρ κοντά στην οποία ετάφη ο Μωυσής, η Γαλαάδ ορεινή περιοχή η οποία κατά το ήμισυ εδόθη στην φυλή Ρουβήν και κατά το άλλο ήμισυ στην Φυλή Γάδ, την Ασταρώθ, τη Εδρεί , πάσαν την Βασάν κ.άλ. Αργότερα οι Μωαβίτες ανακατέλαβαν την πόλη. Με την αραβική κατάκτηση όμως η πόλη άρχισε σιγά-σιγά να παρακμάζει.

Δευτερότοκος γιός του Ιωσήφ. Έδωσε το όνομά του σε μια εκ των δώδεκα φυλών του Ισραήλ που ζούσε στα ομώνυμα βουνά ( Γεν 41:52, κριτ. 12:5-6)

1 Και έπεσεν ο κλήρος των υιών Ιωσήφ από του Ιορδάνου πλησίον της *Ιεριχώ, έως των υδάτων της Ιεριχώ κατά ανατολάς, προς την έρημον την αναβαίνουσαν από της Ιεριχώ διά του όρους *Βαιθήλ, 
2 και εκτείνεται από Βαιθήλ έως *Λούζ, και διαβαίνει διά των ορίων του Αρχί-αταρώθ, 
3 και καταβαίνει εκ δυσμών εις τα όρια του Ιαφλαιτί, έως των ορίων της κάτω Βαιθ-ωρών, και έως Γεζέρ, και εξέρχεται εις την θάλασσαν. 
4 Και έλαβον την κληρονομίαν αυτών οι υιοί Ιωσήφ, ο Μανασσής και ο Εφραΐμ. 
5 Και τα όρια των υιών Εφραΐμκατά τας συγγενείας αυτών ήσαν ταύτα· τα όρια της κληρονομίας αυτών προς το ανατολικόν μέρος ήσαν η Αταρώθ-αδάρ, έως της άνω Βαιθ-ωρών· 
6 και εξετείνοντο τα όρια προς την θάλασσαν εις Μιχμεθά κατά το βόρειον· και τα όρια έστρεφον κατά το ανατολικόν έως Ταανάθ-σηλώ, και εκείθεν διέβαινον κατά ανατολάς εις Ιανωχά· 
7 και κατέβαινον από Ιανωχά εις Αταρώθ, και εις Νααράθ, και ήρχοντο εις την Ιεριχώ, και εξήρχοντο εις τον Ιορδάνην· 
8 τα όρια εξηκολούθησαν από Θαπφουά προς δυσμάς έως του χειμάρρου Κανά, και είχον την διέξοδον αυτών προς την θάλασσαν. Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Εφραΐμ κατά τας συγγενείας αυτών. 
9 Ήσας και πόλεις κεχωρισμέναι διά τους υιούς Εφραΐμ μεταξύ της κληρονομίας των υιών Μανασσή, πάσαι αι πόλεις και αι κώμαι αυτών. 
10 Και δεν εξεδίωξαν τους Χαναναίους τους κατοικούντας εις Γεζέρ· αλλ' οι Χαναναίοι κατοικούσι μεταξύ των Εφραϊμιτών έως της ημέρας ταύτης, και έγειναν δούλοι υποτελείς. ( Ιη. Να.16:1-τέλος)

σημ. (*) πόλεις και τοποθεσίες για τις οποίες υπάρχουν πληροφορίες

1. Ο Ζαβουλών ήταν ο δέκατος γιος του Ιακώβ και έκτος της Λείας (Γένεση30,19-20 και 35,23). Γεννήθηκε στη Μεσοποταμία. Το όνομα του σημαίνει μισθός και είναι σχετικό με τα λόγια της Λείας "ο Κύριος μου χάρισε κατά τον καιρό αυτό ένα καλό δώρο".
2.απο την ανάγνωση της γραφής πιθανολογούμε πως υπήρχε  και  ομώνυμη περιοχή.  Ο Κύριος διάλεξε ως κέντρο της δράσεώς Του τη Γαλιλαία μάλιστα την Καπερναούμ, που βρισκόταν δίπλα στη λίμνη Γεννησαρέτ, στα σύνορα των παλαιών φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ.
Και μ’ αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώθηκε παλαιά προφητεία του Ησαΐα, που έλεγε: «Γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς».
 

Ο ποταμός Ζάρκα βρίσκεται στη ΒΔ. Ιορδανία. Πρόκειται για τον αναφερόμενο στη Βίβλο ποταμό Τζαμπόκ. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της περιοχής ο οποίος και προστατεύεται από τη Σύμβαση Ραμσάρ.

Ο ποταμός αυτός που το όνομά του (Ζάρκα) σημαίνει γαλάζιος, πηγάζει από την ορεινή περιοχή του Αμμάν και συγκεκριμένα από την περιοχή του νεολιθικού οικισμού "Γκαζάλ", απ΄ όπου ακολουθώντας μία διαδρομή συνολικού μήκους 180 περίπου χιλιομέτρων, μέσα από μια κοιλάδα που στρέφεται αρχικά ΒΑ. και στη συνέχεια βόρεια και δυτικά, εκβάλει στον Ιορδάνη ποταμό, περίπου 40 χιλιόμετρα βόρεια από τη Νεκρά θάλασσα, αποτελώντας έτσι ουσιαστικά τον δεύτερο σε μήκος παραπόταμο του Ιορδάνη μετά τον Γιαρμούκ.

Στις όχθες του ποταμού αυτού έχουν αναπτυχθεί πολλά χωριά και οικισμοί με μεγαλύτερη εξ αυτών την ομώνυμη πόλη Ζάρκα, που βρίσκεται ΒΑ. του Αμμάν, καθώς επίσης και πολλές βιοτεχνίες και βιομηχανίες. Το 1971 θεμελιώθηκε ένα μεγάλο φράγμα που φέρει το όνομα "Φράγμα Βασιλεύς Ταλάλ" προς τιμή του πατέρα του Βασιλέως Χουσεΐν, προκειμένου να εξυπηρετήσει ανάγκες υδροδότησης της περιοχής. Το φράγμα αυτό άρχισε να λειτουργεί από το 1977.

Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι κοντά σ΄ αυτή την πόλη ο Βαράκ πολέμησε τον στρατηγό των Χαναναίων Σισάρα. (Ιη. Να. 12:21 ,Κριταί 5:19.)

Βουνό της Παλαιστίνης στο οροπέδιο της Γαλιλαίας. Το Ευαγγέλιο αναφέρει ότι στο βουνό αυτό πραγματοποιήθηκε η μεταμόρφωση του Ιησού Χριστού

Η Θάλασσα της Γαλιλαίας, ή Θάλασσα της Κινέρετ, (ή Κιννέρετ), είναι στην ουσία λίμνη που βρίσκεται μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, παρά τα υψίπεδα του Γκολάν που δεσπόζουν την περιοχή. Η έκτασή της φθάνει τα 166 τ.χλμ. και η μέση στάθμη της βρίσκεται 205 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της Μεσογείου, παρουσιάζοντας έτσι αρνητικό υψόμετρο. Είναι η χαμηλότερη λίμνη γλυκέων υδάτων στον κόσμο. Το μέγιστο μήκος από Β. προς Ν. είναι 20,8 χλμ. και το μέγιστο πλάτος 11,2 χλμ., λίγο βορειότερα του μέσου, προσδίδοντας σχήμα ανεστραμμένου αχλαδιού. Το συνολικό ανάπτυγμα της ακτής φθάνει τα 53 χλμ.. Το δε μέγιστο βάθος της είναι 47 μ., που βρίσκεται στο ΒΔ. τμήμα της. Η Θάλασσα της Γαλιλαίας τροφοδοτείται με νερό στο βόρειο τμήμα της κυρίως από τον Ιορδάνη ποταμό ο οποίος υπερχειλίζοντάς την στο νότιο μέρος συνεχίζει στη Νεκρά Θάλασσα όπου και εκβάλει. Πρόκειται για την βιβλική λίμνη της Γεννησαρέτ, ή λίμνη της Τιβεριάδας.  

Στη Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ως θάλασσα της Κινέρετ, πριν την εξορία των Ιουδαίων στη Βαβυλώνα, περί τον 6ο αιώνα π.χ. και με αυτή την ονομασία φέρεται σήμερα από τους Ισραηλίτες. Λίμνη της Γεννησαρέτ αναφέρεται μετά την επιστροφή των Ιουδαίων. Οι Άραβες την αποκαλούν Μπαρταμπαπρίγια.

Βιβλική πόλη  της Παλαιστίνης λίγα χιλ. βόρεια της Ιερουσαλήμ, την οποία κατείχαν πριν απ’ όλους οι Εδωμίτες απόγονοι του Ησαύ. (Α΄Χρον. 1:36) Αργότεραοι Ισραηλίτες την έδωσαν στον Ιησού του Ναυί και στην συγγένειά του όταν διαμοίραζαν την γη που είχαν καταλάβει και που μάλλον επρόκειτο για την Θαμνάθ-Σαχά την ίδια πόλη στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ, βόρεια του όρους Γαάς ( Ιη. Να.19:50).
Εκεί όταν πέθανε ο Ιησούς του Ναυί τον ενταφίασαν ( Κριτ.2:9)
Την περίοδο των Κριτών  όπου η πόλη και τα περίχωρα αυτής ανήκαν στους Φιλισταίους ( Β΄Χρον. 28:18 & Κριτ.14:4) ο Σαμψών ως Κριτής του λαού Ισραήλ, για να βρει αφορμή εναντίον τους, πήρε για γυναίκα  Φιλισταία από την Θαμνά. Η Παλαιά Διαθήκη μας διηγείται πως  εκεί σκότωσε  ένα νεαρό λιοντάρι από το πτώμα του οποίου  την επόμενη μέρα  έλαβε κερήθρα μελιού  την οποία έφαγε.

Μεγάλη πόλη της Παλαιστίνης πιθανότατα παραλιακή. Στον Ησαία φαίνεται ότι μ’αυτό το όνομα εννοείτε η Καρχηδόνα (Γεν. 10:4 Α΄Παρ. 1:7)

Πόλη που ανήκε στην φυλή του Ιούδα. ήταν χτισμένη νότια της Βηθλεέμ ( Α΄Παρ. 2:24)
 
Ιαβείς σύμφωνα με τους Ο΄.πόλη στην κορυφή του βουνού βόρεια της Υπεριορδανίας. κυριεύτηκε από τους Ισραηλίτες γιατί οι κάτοικοί τους δεν τους βοήθησαν κατά της φυλής του Βενιαμίν (Ιη. Να.11:1)

Εξελληνισμένη ονομασία της χώρας Εδώμ που τον 2ο π.χ. αιώνα συνενώθηκε με το Ιουδαϊκό βασίλειο.

Ιασσά, (πόλη των Αμορραίων)

περιοχή της κοιλάδας του Μωάβ, ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού, όπου ο Σηών βασιλιάς των Αμορραίων, μη επιρέποντας στους Ισραηλίτες να περάσουν από την περιοχή του και τις πόλεις του, έδωσε μάχη μαζί τους  από την οποία  ηττήθηκε και έχασε όλες τις κτίσεις του από τον Αρνών ποταμό μέχρι τα σύνορα των Αμμωνιτών.

 - Αρχαιότατη πόλη της Χαναάν.Έχοντας το όρος Νεβώ στα ανατολικά, τα  Κεντρικά Όρη στα δυτικά και τη Νεκρά Θάλασσα στα νότια, η Ιεριχώ βρίσκεται μέσα στην πλατιά κοιλάδα του Ιορδάνη ποταμού, αποτελώντας μία καλά φυσικά οχυρωμένη πόλη που διέθετε παράλληλα μία φυσική υδροδότηση από τον Ιορδάνη ποταμό. Αυτή η υδροδότηση είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία εξαιρετική φυτική βλάστηση, η οποία μετέτρεψε την Ιεριχώ σε μία πανέμορφη όαση μέσα στο αφιλόξενο τοπίο της ερήμου.

Η προέλευση του ονόματος Ιεριχώ είναι σημιτική και πιθανότατα προέρχεται από την εβραϊκή λέξη “yerah”, που σημαίνει τη σελήνη, το μήνα και τη νέα σελήνη. Με την ίδια σημασία βρίσκουμε τη λέξη Al-Riha και στη γλώσσα της Νότιας Αραβίας. Είναι πιθανόν οι πρωϊμότεροι κάτοικοι της περιοχής να λάτρευαν τη θεά-σελήνη, για την οποία πίστευαν ότι ήλεγχε τις φάσεις του φεγγαριού και συνεπώς τις εποχές της καλλιέργειας. Παράλληλα, η λέξη “Riha” στη συριακή γλώσσα σημαίνει «άρωμα, μυρωδιά» και πιθανόν να σχετίζεται με την ύπαρξη πολλών αρωματικών φυτών στην όαση της περιοχής. 

- Η Ιεριχώ της Παλαιάς Διαθήκης βρίσκεται πάνω στο λόφο του Tell es-Sultan, «ο λόφος του Σουλτάνου», μεσαιωνική ονομασία που προήλθε από την πηγή του οικισμού ‘Ain es-Sultan «το μάτι του Σουλτάνου»,περίπου 2χλμ. ΒΔ της σύγχρονης πόλης της Ιεριχούς που είναι σήμερα γνωστή με την αραβική ονομασία er-Riha. Το υψηλότερο σημείο του αρχαίου λόφου βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά του και φτάνει στα 24 μ., ενώ η συνολική έκταση πάνω στην επιφάνειά του είναι περίπου 4 στρέμματα. Με βάθος 250 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, η Ιεριχώ είναι το χαμηλότερο σημείο του κόσμου.

 - Είχε φτάσει σε μεγάλη ακμή μέχρι το 1800 π.χ. Είναι η πρώτη πόλη, που κυρίεψε ο Ιησούς του Ναυή (κατά την είσοδο των Εβραίων στην Παλαιστίνη από την Αίγυπτο) καταστρέφοντας τα τείχη της και σφάζοντας τους κατοίκους της το 1545 π.χ. Τότε με με επικεφαλής την Κιβωτό της Διαθήκης και στον ήχο των κεράτινων σαλπίγγων, η πόλη περικυκλώθηκε για επτά ημέρες. Την έβδομη ημέρα, στο σάλπισμα των σαλπίγγων και τις ιαχές του Εβραϊκού λαού τα τείχη έπεσαν. “Και σάλπισαν τις σάλπιγγες οι ιερείς: και όταν άκουσε ο λαός τη φωνή των σαλπίγγων, αλάλαξε όλος ο λαός ταυτόχρονα με μεγάλο και δυνατό αλαλαγμό. Και έπεσε όλο το τείχος γύρω-γύρω και μπήκε όλος ο λαός στην πόλη’ (Ιη. Να. 6:20). Αυτή η αξιοσημείωτη ιστορία στο έκτο βιβλίο της Παλαιάς  Διαθήκης, αποτέλεσε το έναυσμα για τις ερασιτεχνικές έρευνες και στη συνέχεια τις επιστημονικές ανασκαφές στον αρχαίο λόφο με σκοπό την υλική τεκμηρίωση της αφήγησης του βιβλικού συγγραφέα.

- Η πόλη της Ιεριχούς στενά συνδεδεμένη με την ιστορία των λαών που πέρασαν από την Παλαιστίνη είναι καλλίτερα γνωστή σαν η πρώτη πόλη που κατακτήθηκε από τον λαό του Ισραήλ κατά την είσοδό του στη γη της Χαναάν.

Οι πρωϊμότερες φιλολογικές μαρτυρίες που έχουμε για την Ιεριχώ προέρχονται από την Παλαιά Διαθήκη, και πιο συγκεκριμένα το βιβλίο των Αριθμών (22:1,26:3), όπου περιγράφεται η στρατοπέδευση του λαού του Ισραήλ κατά μήκος του Ιορδάνη ποταμού απέναντι από την πόλη.

Ακολουθεί μία ακόμη αναφορά στην πόλη μόνο ονομαστικά στο Δευτερονόμιο (34:1,3) και τέλος στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή (2:1-24, 5:13-6,26), όπου παρουσιάζεται η αφήγηση της αποστολής των κατασκόπων στην πόλη, για να την εξερευνήσουν, η περικύκλωση της πόλης από τον Ισραήλ και η κατάκτησή της με την προαναφερόμενη στρατηγική, δηλ με τη δύναμη του ήχου των σαλπίγγων.

Αργότερα η πόλη παραχωρήθηκε στη φυλή του Βενιαμίν (Ιη. Να. 16:1&7, 18:12,21), Κατά την εποχή των Κριτών έγινε ένα συνοριακό φυλάκιο του Εγλώμ, του βασιλιά των Μωαβιτών και ήταν επίσης γνωστή ως «η πόλη των φοινίκων» (Κριτές 3,13). Κατά την εποχή των προφητών Ηλία και Ελισαίου υπήρχε εκεί μία σχολή προφητών της Ιεριχούς (Β΄ Βασιλ. 2:4-5:15).

 Ύστερα από την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους το 587 π.χ. ο βασιλιάς Σεδεκίας αποπειράθηκε να δραπετεύσει από την πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά συνελήφθη κοντά στην Ιεριχώ και από εκεί οδηγήθηκε ενώπιον του βαβυλώνιου βασιλιά, Ναβουχοδωνόσορα για να τυφλωθεί, αφού προηγουμένως αναγκάστηκε να γίνει θεατής της εκτέλεσης των γιων του (Ιερ. 39:3-5, 52: 1-11.Β΄ Βασιλ. 25:1-7).

Η Ιεριχώ στις ημέρες της Καινής Διαθήκης βρισκόταν σε απόσταση 1.5χιλ. από τα ερείπια της παλιάς πόλης.  Σ' αυτήν ο Ζακχαίος φιλοξένησε τον Ι. Χριστό.(Λουκ. 19:1-10), ενώ γίνεται και αναφορά στην ίαση  δύο τυφλών. ( Ματθ. 20:29-34)

Ο Ηρώδης ο Μέγας  34-4π.χ. στόλισε την πόλη με ιππόδρομο, θέατρο και έκτισε φρούριο. Που όμως υπέστησαν καταστροφές  από το Ρωμαίο Τίτο το 70 μΧ. Με ανασκαφές ανακαλύφτηκαν ερείπια αρχαίων τειχών.  Στα νεότερα χρόνια την κυρίεψαν οι Άγγλοι. Σήμερα η περιοχή κατοικείται από τους Άραβες και η σύγχρονη Ιεριχώ είναι μία όμορφη πόλη  που από το 1994 ανήκει στη δικαιοδοσία της Παλαιστινιακής Αρχής.

Η Ιερουσαλήμ (Ιεροσόλυμα) είναι η πρωτεύουσα κι η μεγαλύτερη πόλη του Ισραήλ Έχει έκταση 125 km2  και είναι σε  υψόμετρο 754μ.

Από τις αρχαιότερες χώρες της Παλαιστίνης και της σημαντικότερες της Παγκόσμιας Ιστορίας, αποτελεί ιουδαϊκό, χριστιανικό και ισλαμικό κέντρο θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας. Πιθανώς πρόκειται για την αρχαία πόλη Σαλήμ, της οποίας βασιλιάς υπήρξε ο Μελχισεδέκ.  

Οι ποιο γνωστοί και παλαιότεροι κάτοικοί της το 2.000π.χ. περίπου, ήταν οι Ιεβουσέοι, μια εκ των Χαναανίτικων εθνών γι’ αυτό αργότερα ονομάστηκε  Ιεβούς. (Ιησ. 15:8 , Α΄Χρ. 11:4)  Αν και μετά την είσοδο των Ισραηλιτών στην γη Χαναάν με αρχηγό τον Ιησού του Ναυί, προσπάθησαν να εκδιώξουν τους Ιεβουσέους από την Ιερουσαλήμ δεν τα κατάφεραν ολοκληρωτικά, (Ιη. Να. 15: 20,Κρ. 1:21) παρά μόνο την περίοδο του Δαυίδ το 1000π.χ. (Ιησ. 15:63) ο οποίος βασίλευσε στην Ιερουσαλήμ για  33 χρόνια ακόμη.

Η περίοδος εκείνη για την Ιερουσαλήμ ήταν από τις σημαντικότερες μέχρι τότε, διότι ο βασιλιάς Δαυίδ θέτει τις βάσεις για να χτιστεί ένας μεγαλοπρεπής Ναός για τον Θεό, μέσα στον οποίο θα έθετε μόνιμα πλέον και την Κιβωτό της Διαθήκης, μετά από περιπλάνηση στην έρημο και στα εδάφη των Φιλισταίων. Αργότερα ο υιός του Δαυίδ ο Σολομών παίρνει την σκυτάλη από τον πατέρα του και τελειώνει τον Ναό-στην πραγματικότητα αυτός τον έχτισε- κατασκευάζει τα ανάκτορά του, ενώ  τον ίδιο καιρό περιτοιχίζει την πόλη. (Α΄Βασ. 3:1)

Χάριν του Σολομώντος και της σοφίας που τον διέκρινε, η Ιερουσαλήμ θα γνωρίσει μεγάλη ακμή ενώ η φήμη της θα ταξιδέψει σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, με αποτέλεσμα να την επισκέπτονται από παντού.( Α΄Βα. 5:13, 10:1)

Η μετά τον Σολομώντα εποχή θα είναι δύσκολη για την πόλη και τον λαό της αφού οι Ισραηλίτες χωρίζονται μένοντας μόνος του ο Ιούδας ( η Φυλή του Ιούδα) έχοντας πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ.( Α΄Βα. 12:1) Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, εξαιτίας των αποστασιών των βασιλέων και του λαού, ο θεός επιτρέπει να στραφούν  οι γειτονικοί λαοί εναντίον τους και εναντίον της πόλεως, η οποία τελικά καταστρέφεται καθώς επίσης και ο Ναός (586π.χ.), το τοίχος γκρεμίζεται και όλοι μετοικίζονται ως αιχμάλωτοι στην Βαβυλώνα από τον βασιλέα της τον Ναβουχοδονόσορ.( Β΄Βα. 25:1) Σήμερα σώζεται μόνο ένα τμήμα του τείχους από την περίοδο του Δεύτερου Ναού, - του Ηρώδη- το γνωστό «τείχος των δακρύων» ή ορθότερα «Δυτικό Τείχος». 

Η πόλη πέρασε διαδοχικά στα χέρια των Βαβυλωνίων, των Περσών, των Ελλήνων, των Σελευκιδών, των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων και γνώρισε διαδοχικές καταστροφές, αλλά πάντοτε αναστηλωνόταν. Στα χρόνια μάλιστα του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (175 -164 π.χ.), η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Αντιόχεια.  

Η πιο μεγάλη καταστροφή έγινε το 70 μ.Χ. από τους Ρωμαίους με αφορμή την επανάσταση των Εβραίων, αλλά την ξανάχτισε ο αυτοκράτορας Αδριανός το 134 μ.Χ. δίνοντας της το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα.

Στα βυζαντινά χρόνια έγινε τμήμα του κράτους του Βυζαντίου και ο Μέγας Κωνσταντίνος της έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Έτσι της απόδωσε το παλιό της όνομα, έχτισε με τη μητέρα του την Αγία Ελένη το ναό της Ανάστασης στο λόφο του Γολγοθά και τη στόλισε με πολλά μνημεία.

Το 637 μ.Χ. κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ οι Άραβες οι οποίοι την έλεγαν Κουντούς Σερίφ, που σημαίνει ιερή πόλη. Το 1099 την πήραν οι Σταυροφόροι, οι οποίοι την έκαναν έδρα βασιλείου. Το 1187 την πήραν ξανά οι Άραβες, το 1517 την πήραν οι Τούρκοι και το 1917 οι Βρετανοί, οι οποίοι αποχώρησαν από εκεί όταν άρχισε να γίνεται αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ των Αράβων και των Εβραίων. Τελικά, το 1947 ένα τμήμα της έγινε εβραϊκό και το άλλο αραβικό, ενώ το 1967 έγινε ολόκληρη εβραϊκή.

Η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, περιβαλλόμενη από έναν οχυρωμένο τοίχο και διαιρεμένη σε τέσσερις συνοικίες: την αρμένικη, την χριστιανική, τη μουσουλμανική και την εβραϊκή.

Λόγω των Αγίων Τόπων παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση. Αξιοθέατα της αποτελούν το Κάστρο (24 π.χ.), ο καθεδρικός ναός του Αγίου Ιακώβου του 12ου αιώνα, το Όρος του Ναού (Χαράμ αλ-Σαρίφ), το τέμενος Αλ-Ακσά (705–715), ο Τρούλος (ή Θόλος) του Βράχου, το Δυτικό τείχος, το Φρούριο Αντωνία, ο Ναός του Πανάγιου Τάφου, ο κήπος της Γεσθημανής, οι Τάφοι των Βασιλέων και το Όρος των Ελαιών.

Παραλιακή πόλη, επίνειο της Ιερουσαλήμ. Χτίστηκε από τον Ιάφεθ γιό του Νώε

Ο Ιορδάνης (Εκ του εβραϊκού Γιαρδεΐν = ορμητική εκροή) ήταν ποταμός της Παλαιστίνης, παρά του οποίου κήρυττε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και βάπτιζε πιστούς του ως και τον Ιησού Χριστό.

Ο ποταμός σχηματίζεται από τη συμβολή 3 μικρότερων ποταμών: του Μουαγιέτ Χασπέγια, που πηγάζει από τους πρόποδες του όρους Ερμών, του Νταν, προερχόμενου νοτιοδυτικά, και του Μπανίγια, που πηγάζει από το Πάνειο σπήλαιο, αφιερωμένο κατά την αρχαιότητα στον Θεό Πάνα, από το οποίο ονομάστηκε και η πλησίον πόλη Πανεάς ή Καισάρεια (η Φιλίππου). Το νερό του εν λόγω σπηλαίου προέρχεται από τη λίμνη Φιάλη στα βορειοανατολικά (σήμερα Μπίρκετ ελ Ραμ), όπου κατά τον Ιώσηπο, ο τετράρχης Φίλιππος έριξε άχυρα τα οποία εθεάθησαν να εξέρχονται από το Πάνειο Σπήλαιο.

Ο Ιορδάνης ποταμός ρέει κατευθείαν προς Νότο, σχηματίζει τη ιχθυοτρόφο λίμνη Χουλέ, τη Σαμαχωνίτιδα ή Μερώμ, και από εκεί χύνεται στη λίμνη Γεννησαρέτ ή Τιβεριάδα (προς τιμή του Τιβέριου), της οποίας όμως η επιφάνεια βρίσκεται 191 μ. υπό τη επιφάνεια της Μεσογείου. Συνεχίζοντας τον ρου από το νότιο άκρο της Τιβεριάδος, συνεχίζει με πολλούς ελιγμούς προς τη Νεκρά Θάλασσα διασχίζοντας την κοιλάδα Γωρ ή Αράμπα, εύφορη στα βορειοανατολικά, με εναλλασσόμενα παρόχθια γόνιμα και αμμώδη εδάφη. 

Το μήκος του ποταμού σε ευθεία γραμμή από τις πηγές του μέχρι των εκβολών του στην Νεκρά Θάλασσα είναι 220 χλμ., ενώ το πλήρες ανάπτυγμα του ρου υπερβαίνει τα 320 χλμ. Ο Ιορδάνης παρουσιάζει το μοναδικό στο κόσμο φαινόμενο της κλίσης του με δια φορά 914 μ. σε μήκος 220 χλμ., χωρίς να σχηματίζονται καταρράκτες. Σε αυτό δε οφείλεται και το εβραϊκό όνομά του. Επίσης έχει διπλή κοίτη, τη μία με μέσο πλάτος 2 χλμ. και τη δεύτερη περί το μέσο της πρώτης με μέσο πλάτος τα 30 μ. Το χρώμα του ποταμού είναι κυρίως κίτρινο εκ της ύλης που ορμητικά μεταφέρει, ενώ τα νερά του είναι μέτριας θερμοκρασίας και γλυφά. Υπολογίζεται ότι εκβάλλονται ημερησίως 6 εκατομμύρια τόνοι υδάτων στη Νεκρά Θάλασσα, ενώ τρέφονται επίσης και πολλά ψάρια.

Στο διαβατό πέρασμα (πόρο) Βηθαβαρά (= διάβαση), από το οποίο φέρεται να πέρασαν οι Εβραίοι οδηγούμενοι από τον Ιησού του Ναυή, βάπτιζε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τους προσερχόμενους σ΄ αυτόν Ιουδαίους. Σήμερα οι προσκυνητές που βαπτίζονται το διαβατό πόρο Μοχαντέτ Χατζλέ λέγονται χατζήδες, εκ του «χατζή», προθέματος πλέον του επιθέτου τους.

Σιδερένια γέφυρα που συνδέει την Παλαιστίνη με την Ιορδανία (που αντικατάστησε παλαιότερη ξύλινη) τοποθετήθηκε επί Σουλτάνου Χαμίτ, από τον Έλληνα μηχανικό Γ. Φραγκιά. Αλλά και από μία ακόμη μεταλλική γέφυρα επί του Ιορδάνη, πλησίον του Μπεησάν, διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Δαμασκού-Μέκκας.

Επίσης κατά τη Παλαιά Διαθήκη, όταν ο Δαυίδ πέρασε τον Ιορδάνη απέναντι για να ξεφύγει από τον Αβεσσαλώμ, ο Νεεμάν λούστηκε στον Ιορδάνη και γιατρεύτηκε .Ιησούς του Ναυή κεφ.3, Β' Σαμουήλ 17:22, Β' Βασιλέων 2:6-8

Χάρτης του νότιου Λεβάντε, γύρω στα 830 π.χ.. -- Νότιο βασίλειο του Ιούδα -- Βόρειο βασίλειο του Ισραήλ -- Φιλισταϊκές πόλεις-κράτη -- Φοινικικά κράτη -- Βασίλειο του Μωάβ -- Βασίλειο του Αμμών -- Βασίλειο του Εδώμ -- Βασίλειο του Αράμ-Δαμασκού -- Αραμαϊκές φυλές -- Αραβικές φυλές -- Ναβαταϊκές φυλές -- Ασσυριακή Αυτοκρατορία

Η Ιουδαία  είναι αρχαία γεωγραφική περιοχή του Λεβάντε. Διακρινόταν μεταξύ της Ιουδαίας δυτικά του Ιορδάνη με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία ανατολικά του Ιορδάνη.

Η Ιουδαία δυτικά του Ιορδάνη Η Ιουδαία αυτή συμπεριλάμβανε την περιοχή του αρχαίου Ισραηλίτικου βασιλείου του Ιούδα. Από το 6 μ.Χ. η περιοχή αυτή έγινε Ρωμαϊκή επαρχία όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος καθαίρεσε τον εθνάρχη Αρχέλαο, γιο του Ηρώδη του Μέγα και της Σαμαρείτισσας Μαλθάκης.

Την διοίκηση είχε ο Ρωμαϊκός επίτροπος με έδρα του το μεσογειακό λιμάνι της Καισάρειας (Caesarea Maritima). Από το 6 μ.Χ. μέχρι το 66 μ.Χ. ο επίτροπος υποταγόταν του Ρωμαίου λεγάτου της Συρίας. Ο πιο γνωστός απεσταλμένος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Από το 41 ως το 44 μ.Χ. η Ιουδαία ήταν τμήμα του βασιλείου του Ηρώδη Αγρίππα Α', εγγονού του Ηρώδη.

Η Ιουδαία ανατολικά του Ιορδάνη Το τμήμα αυτό της Ιουδαίας συμπεριλάμβανε τις περιφέρειες Γαυλωνίτιδα, Βαταναία, Αυρανίτιδα και Τραχωνίτιδα. Βρισκόταν ανατολικά του άνω Ιορδάνη και βόρεια του ποταμού Γιάρμουκ. Κατά την περίοδο πριν τη βαβυλωνιακή εξορία, η περιοχή αυτή προσδιοριζόταν με το όνομα Βασάν.

Ιούδα

( πόλεις και τοποθεσίες της φυλής Ιούδα και του Χάλεβ Ιη. Να. 15: 20-τέλος)

20 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Ιούδα κατά τας συγγενείας αυτών. 
21 Και ήσαν αι έσχαται πόλεις της φυλής των υιών Ιούδα προς τα όρια της Εδώμ προς μεσημβρίαν,Καβσεήλ, και Εδέρ, και Ιαγούρ, 
22 και Κινά, και Διμωνά, και Αδαδά,23 και Κέδες, και Ασώρ, και Ιθνάν,24 Ζιφ, και Τελέμ, και Βαλώθ, 25 και Ασώρ, Αδαττά, και Κιριώθ-εσρών, η και Ασώρ, 
26 Αμάμ, και Σεμά, και Μωλαδά, 
27 και Ασάν-γαδδά, και Εσεμών, και Βαιθ-φαλέθ, 
28 και Ασάρ-σουάλ, και *Βηρ-σαβεέ, και Βιζιοθιά, 
29 Βααλά, και Ιείμ, και Ασέμ, 
30 και Ελθωλάδ, και Χεσίλ, και Ορμά, 
31 και Σικλάγ, και Μαδμαννά, και Σανσαννά, 
32 και Λεβαώθ, και Σιλεείμ, και Αείν, και Ριμμών· πάσαι αι πόλεις είκοσι εννέα, και αι κώμαι αυτών. 
33 Εν τη πεδινή ήσαν Εσθαόλ, και Σαραά, και Ασνά, 
34 και Ζανωά, και Εν-γαννίμ, Θαπφουά, και Ηνάμ, 
35 Ιαρμούθ, και Οδολλάμ, Σωχώ, και *Αζηκά,
36 και Σαγαρείμ, και Αδιθαείμ, και Γεδηρά, και αι επαύλεις αυτών, πόλεις δεκατέσσαρες, και αι κώμαι αυτών.
37 Σενάν, και Αδασά, και Μάγδαλ-γαδ
38 και Διλαάν, και

*Μισπά σημ.’σκοπιά’  ( θυσιαστήριο )

Ιοκθεήλ

39 *Λαχείς, ( σημ. Λαχίς)  και Βασκάθ, και Εγλών,
40 και Χαββών, και Λαμάς, και Χιθλείς,
41 και Γεδηρώθ, Βαιθ-δαγών, και Νααμά, και *Μακκηδά, πόλεις δεκαέξ, και αι κώμαι αυτών. 
42 Λιβνά, και Εθέρ, και Ασάν, 
43 και Ιεφθά, και Ασνά, και Νεσίβ, 
44 και Κεειλά, και Αχζίβ, και Μαρησά, πόλεις εννέα, και αι κώμαι αυτών. 
45 *Ακκαρών, και αι κωμοπόλεις αυτής, και αι κώμαι αυτής· 
46 από της Ακκαρών έως της θαλάσσης, πάσαι αι πλησίον της Αζώτου, και αι κώμαι αυτών. 
47 *Άζωτος, αι κωμοπόλεις αυτής και αι κώμαι αυτής, *Γάζα, αι κωμοπόλεις αυτής και αι κώμαι αυτής, έως του χειμάρρου της Αιγύπτου, και η θάλασσα η μεγάλη το όριον. 
48 Και εν τη ορεινή, Σαμείρ, και Ιαθείρ, και Σωχώ, 
49 και Δαννά, και  η *Δεβείρή Κιριάθ-σαννά, η Κιριάθ-σεφέρ, 

50 και Ανάβ, και Εσθεμώ, και Ανείμ, 
51 και *Γεσέν, και Ωλών, και Γιλώ, πόλεις ένδεκα, και αι κώμαι αυτών. 
52 Αράβ, και Δουμά, και Εσάν, 
53 και Ιανούμ, και Βαιθ-θαπφουά, και Αφεκά, 
54 και Χουματά, και Κιριάθ-αρβά, ήτις είναι η *Χεβρών, και *Σιώρ, πόλεις εννέα, και αι κώμαι αυτών. 
55 Μαών, Καρμέλ, και Ζιφ, και Ιουτά, 
56 και Ιεζραέλ, και Ιοκδεάμ, και Ζανωά, 
57 Ακαΐν, *Γαβαά, και *Θαμνά, πόλεις δέκα, και αι κώμαι αυτών. 
58 Αλούλ, Βαιθ-σούρ, και Γεδώρ, 
59 και Μααράθ, και Βαιθ-ανώθ, και Ελτεκών, πόλεις εξ, και αι κώμαι αυτών. 
60 Κιριάθ-βαάλ, ήτις είναι η *Κιριάθ-ιαρείμ,  και Ραββά, πόλεις δύο, και αι κώμαι αυτών. 
61 Εν τη ερήμω, Βαιθ-αραβά, Μιδδίν, και Σεχαχά, 
62 και Νιβσάν, και η πόλις του άλατος, και Εν-γαδδί, πόλεις εξ, και αι κώμαι αυτών. 
63 τους δε Ιεβουσαίους, τους κατοικούντας την *Ιερουσαλήμ,

σημ. (*) πόλεις και τοποθεσίες για τις οποίες υπάρχουν πληροφορίες

Σημ. Αίν- Καδής. Όαση που την τροφοδοτούν σήμερα δύο πηγές νερού και όπου υπάρχει και μια Τρίτη ξεραμένη πηγή. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο Μωυσής χτύπησε με την ράβδο του δύο φορές το βράχο και ανέβλυσε νερό. ( Αρ. 20:11)

Βιβλικό χωριό της Γαλιλαίας. Έγινε γνωστό από το ομώνυμο θαύμα του Ιησού Χριστού όπου στο χωριό αυτό κατά τη διάρκεια κάποιου γάμου ο Ιησούς Χριστός μετέτρεψε ύδωρ σε οίνο. Υπ΄ όψη ότι ο Χριστιανισμός είναι η μοναδική μονοθεϊστική σήμερα Θρησκεία στη οποία ο οίνος φέρεται ευλογημένος.(Ιωάν.Β':1 )

Γνωστή βιβλική πόλη δίπλα από τη λίμνη της Γαλιλαίας. Η πόλη αυτή κατά την Καινή Διαθήκη απετέλεσε τον δεύτερο τόπο διαμονής του Ιησού Χριστού μετά τη Ναζαρέτ και το κέντρο της εκτεταμένης δραστηριότητας και διδασκαλίας Του στις περιοχές της Γαλιλαίας. Η Καπερναούμ αναφέρεται από τους τρείς εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών (Ματθαίος 4:13, Μάρκος 1:21 και Λουκάς 7:1-10 και 10:15).

Ασβεστολιθική βουνοσειρά στην Παλαιστίνη. Εκεί ο προφήτης Ηλίας εγκαινίασε και πάλι το προφητικό έργο του, μετά από μια περίοδο διώξεων. ( Αμ. 1:2)

Η Κιλικία είναι η νοτιοανατολικότερη παράλια περιοχή της Μικράς Ασίας (έναντι της Κύπρου). Αρχαιότερη ονομασία της ήταν Αώα από το όνομα ποταμού της, του Αώου, αγνώστου προσδιορισμού σήμερα. 

Η Κιλικία που σήμερα αποτελεί έκταση της Τουρκίας εκτείνεται από το Κορακήσιο (αρχ. Αλαία) μέχρι τις Κιλίκιες πύλες. Φυσικά όριά της είναι ανατολικά το Αμανό όρος, βόρεια και δυτικά η οροσειρά του Ταύρου και νότια το Κιλίκιο πέλαγος (ΒΑ. λεκάνης Μεσογείου).

Αρχαίες χώρες συνορεύουσες ήταν προς Δ. η Παμφυλία, η Πισιδία και η Ισαυρία, προς Β. η Λυκαονία και η Καππαδοκία, προς Α. η Κομμαγηνή και Ν.Α. η Συρία. Αρχαιότερα ήταν χώρα της Καππαδοκίας. Η συνολική της έκταση 35.000 τ.χλμ διαιρείτο χωρογραφικά σε δύο τμήματα το δυτικό καλούμενο Τραχεία Κιλικία ή Τραχειώτις (πρόποδες και υψίπεδο του Ταύρου)και το ανατολικό καλούμενο Πεδιάδα. Τις περιοχές αυτές τις χωρίζει το όρος Καλύκανδρος. Ακόμη και σήμερα η Τραχεία Κιλικία στερείται μεγάλων δρόμων με έδαφος γενικά άδενδρο και άγονο. Αντίθετα η Πεδινή είναι ευφορώτατη. Τρεις ποταμοί διαρρέουν την πεδινή χώρα οι: Κύδνος, Σάρος και Πύραμος κανένας όμως πλωτός. Μεγάλη η παραγωγή σε δημητριακά, οίνο, λάδι και του χαρακτηριστικού χονδρού υφάσματος κιλίκιου.

Το κλίμα της μεν τραχείας ηπειρωτικό, της δε πεδινής μεσογειακό.

Κάτοικοι της χώρας οι Κίλικες.

Πόλεις άξιες λόγου ήταν η Ταρσός (πρωτεύουσα επί του Κύδνου π.), τα Άδανα, η Μόψου-Εστία, Μόψου-Κρήνη, Ανάβαρζα, Καυδιούπολη, παράλιες δε το Κορακήσιο (η δυτικότερη πόλη), η Σελινούς (αργ. Τραϊανούπολη), Αντιόχεια Μικρά, η Αφροδισιάδα, Σελεύκεια, οι Σόλοι(Γερμανικούπολη), Πομπηϊούπολη, Αρσινόη, ο Μάλλος και η Ισσός (η ανατολικότερη πόλη).

Η ιστορία της χώρας αρχίζει από την υποταγή της στη Νινευΐ όπου μετά την καταστροφή του κράτους των Ασσυρίων (607 π.χ.) έμεινε ανεξάρτητη. Το 400 π.χ. προσχώρησε στο Κύρο τον νεότερο μετά το θάνατο του οποίου μεταβλήθηκε σε σατραπεία.

Επί του Μ. Αλεξάνδρου απετέλεσε ίδια επαρχία, επί δε των διαδόχων του η Κιλικία υπήρξε θέατρο σκληρών αγώνων μεταξύ των Σελευκιδών και των Πτολεμαίων μέχρι που ο Αντίοχος την κατέλαβε.

Γενικά η Κιλικία λόγω θέσεως αποτέλεσε στο πέρασμα των αιώνων μέγα θέατρο πολεμικών συγκρούσεων σε εισβολές από Α. προς Δ. και αντίθετα.

Σημαντική όμως υπήρξε κατά τους χρόνους της πρώτης εκκλησίας επί ρωμαϊκής επικυριαρχίας και ειδικότερα η πρωτεύουσα Ταρσός από την οποία και καταγόταν ο Απόστολος Παύλος. (Πράξεις Θ΄:11,30 και ΚΑ΄:39)  Προ του 1922 είχε 422.000 κατοίκους, εκ των οποίων 128.000 ήταν Έλληνες.

Κιριάθ-βαάλ η  Κιριάθ-ιαρείμ,

Πόλη δυτικά του Ιούδα ,φυσικό σύνορο με την φυλή του Βενιαμίν και σε σχετικά κοντινή απόσταση από την Ιερουσαλήμ..( Ιη.Να.18:14)

Εκεί κατέληξε μετά από μεγάλη περιπλάνηση  η κιβωτός του Κυρίου η οποία και παρέμεινε 20 χρόνια, αφού οι Ισραηλίτες κατάφεραν προηγουμένως, με συνεχείς επεμβάσεις του Κυρίου, να την πάρουν πίσω από τους Φιλισταίους οι οποίοι την περίοδο εκείνη, την εποχή των Κριτών, οι Ισραηλίτες ήταν κατά καιρούς υποτελείς στους Φιλισταίους.( Α΄Σαμ.7:2)

Από την Κιριάθ –ιαρείμ καταγόταν και ο προφήτης Ουρίας, ο οποίος στα χρόνια του Ιερεμία του προφήτη, επειδή προφήτεψε την πτώση της  Ιερουσαλήμ και του Ιούδα  ο βασιλιάς Ιωακείμ τον σκότωσε.(Ιερ. 26:20)

Λαχείς( σημ. Λαχίς)

Αρχαία πόλη της Χαναάν νότια της Ιερουσαλήμ και πολύ κοντά στα φοινικικά εδάφη. Για αρκετό καιρό υπήρξε υποτελής στους Αιγυπτίους, παρόλα ταύτα  με την παρακμή της 19ης  Αιγυπτιακής δυναστείας η περιοχή έμεινε αφύλακτη και έτσι πέρασε εύκολα στην Ισραηλίτικη κατοχή, όταν αρχηγός τους ήταν ο Ιησούς του Ναυί.

Τότε διαμοιράσθηκε η Χαναάν όπως και η Λαχείς η οποία εδόθη στο μερίδιο της φυλής του Ιούδα. Μέχρι τότε ανήκε στους Αμορραίους  με βασιλέα τους τον Ιαφιά, ένας εκ των πέντε βασιλέων των Αμορραίων που συμμάχησαν εναντίον των Ισραηλιτών. ( Ιη. Να.10:3)

Οι άλλοι ήταν ο Αδωνισεδέκ  βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, ο Ωάμ βασιλέας της Χεβρών, ο Πιράμ βασιλέας της Ιαρμούθ, και ο Δεβείρ βασιλέας της Εγλών.

Όλοι μαζί πολέμησαν τον Ιησού του Ναυί στην Γαβαών οι οποίοι όμως κατατροπώθηκαν και σκοτώθηκαν έξω από ένα σπήλαιο στο οποίο είχαν καταφύγει για να σωθούν σε περιοχή πλησίον της πόλεως Μακκηδά. ( Ιη. Να.10:26)

Στην πόλη αυτή δολοφόνησαν τον Αμασία βασιλέα του Ιούδα άνθρωποι από τον στενό του κύκλο, αφού προηγούμενα  αναμετρήθηκε με τον Ιωάς βασιλέα επί του Ισραήλ και  νικήθηκε. ( Β΄Χρον. 25:27)

Την Λαχείς την βλέπουμε να κινδυνεύει σοβαρά την εποχή του Εζεκία όταν ο Σεναχειρείμ βασιλέας της Ασσυρίας με όλες του τις δυνάμεις , την πολιορκούσε με σκοπό να καταλάβει αυτή και αργότερα την Ιερουσαλήμ.( Β΄Χρον.32:9) όμως τα σχέδιά του δεν ευοδώθηκαν και η Λαχείς ελευθερώθηκε από την πολιορκία, όταν  ο Θεός  με θαυματουργικό τρόπο  κατατρόπωσε τις δυνάμεις  του Σεναχειρείμ δημιουργώντας μεγάλες απώλειες στον Ασσύριο βασιλέα. (Β΄Βασιλ. 19:35)

Τα όρια αυτής της χώρας μέχρι του Ξενοφώντος ήταν μάλλον περιορισμένα αφού και αυτό το Ικόνιο στη Κύρου ανάβαση φέρεται σαν πόλη της Φρυγίας. Αργότερα όμως η χώρα αυτή επεκτάθηκε και συνόρευε από Β. με τη Γαλατία, προς Ν. με τη Κιλικία, προς Α. με τη Καππαδοκία, προς Δ. με τη Φρυγία και ΝΔ με τη Πισιδία. Ως φυσικά όρια είχε Ν. τον Ταύρο και Β. τη λίμνη Τάττα.

Σχεδόν ολόκληρη η χώρα είναι έρημος και λευκή από την άφθονη κρητίδα και μόνο παρά το Ικόνιο αποτελεί όαση άξια λόγου Περί προϊόντων δεν γίνεται λόγος αφού οι κάτοικοι ήταν ποιμένες το πλείστον, νομάδες και ληστές. Ο βίος αυτός κατέστησε το λαό πολεμικό και ουδέποτε αναγνώρισαν τη κυριαρχία των Περσών.

Πολιτικά η Λυκαονία ήταν μια χώρα ρευστή αφού η έκτασή της συνεχώς μεταβαλόταν. Πρώτος την αναφέρει ο Ξενοφών. Ο Πλίνιος αναφέρει 14 πόλεις με σπουδαιότερη το Ικόνιο. Από Αντωνίνου του Πίου μέχρι το τέλος του Γ'αι.μΧ υπήρχε το "Κοινόν Λυκαονίας" του οποίου μέλη ήταν οι πόλεις: Ικόνιο, Λύστρα, Λάρανδα και Δέρβη (όπου πολέμησαν οι Λυκάονες μετά του Κροίσου κατά των Περσών και μετά την ήττα υπάχθηκε τυπικά στους Πέρσες). Αργότερα περιήλθαν στους Μακεδόνες, Σελευκίδες, Ευμένη της Περγάμου, Αντίγονο, Αριαράθη Ε' της Καππαδοκίας (129πΧ), Ρωμαίους, Βυζάντιο και Σελτζούκους Τούρκους οι οποίοι κατέστησαν το Ικόνιο πρωτεύουσα.

Σήμερα η περιοχή αυτής της αρχαίας χώρας λέγεται Καραμανία από τη πόλη Καραμάν (αρχ. Λάρανδα). Στη περιοχή έχουν βρεθεί αρχαία νομίσματα του Αντιόχου Δ' με την επιγραφή "ΛΥΚΑΟΝΩΝ".

Σημερινή ονομασία  Πύργος. Χωριό στη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας.( Μάρκ.8:8-10)  Πατρίδα της μαθήτριας του Χριστού Μαρίας Μαγδαληνής.

Η χώρα των Μαδιανιτών, που εκτείνεται μεταξύ Αιγύπτου και Μωαβ, πιθανότατα δε προς ανατολάς του Αιλανιτικού Κόλπου. Στη Μαδιάμ κατέφυγε ο Μωυσής μετά τον φόνο του Αιγύπτιου και εκεί νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του ιερέα Ιοδώρ. (Έξ. β΄15, γ΄1)

Μακκηδά

Πόλη των Αμορραίων που κατελήφθη από τους Ισραηλίτες και εδόθη στην φυλή του Ιούδα. Όταν ο Ιησούς του Ναυί κατατρόπωσε την συμμαχία των πέντε Αμορραίων βασιλιάδων στην Γαβαών, αυτοί κατέφυγαν σε κοντινό σπήλαιο της πόλεως Μακκηδά για να σωθούν. Οι ισραηλίτες όμως τους βρήκαν και με διαταγή του Ιησού του Ναυί τους έσυραν έξω από το σπήλαιο και τους δολοφόνησαν. ( Ιη. Να. 10:26)

Οι Αμορραίοι βασιλείς ήσαν, ο Αδωνισεδέκ  βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, ο Ωάμ βασιλέας της Χεβρών, ο Πιράμ βασιλέας της Ιαρμούθ, ο Ιαφιάς βασιλέας της Λαχείς και ο Δεβείρ βασιλέας της Εγλών.

Μανασσή ( πόλεις και τοποθεσίες της Φυλής)

Πρωτότοκος υιός του Ιωσήφ ο οποίος γεννήθηκε στην Αίγυπτο μαζί με τον Εφραίμ από την Ασενέθ, την κόρη του Ποτιφερά  του ιερέως της Ων. ( Γεν.46:22)

Αρχικά είχε δοθεί γη με κλήρο από τον Μωυσή στο ήμισυ της φυλής  Μανασσή οι περιοχές της Γαλαάδ και της Βασάν ανατολικά του Ιορδάνου και αυτό γιατί μερίδιο εδικαιούντο οι άνδρες απόγονοι της φυλής και όχι οι γυναίκες.29. Και έδωκεν ο Μωϋσής κληρονομίαν εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή· και έγινε κτήμα εις το ήμισυ της φυλής των υιών Μανασσή κατά τας συγγενείας αυτών. (Ιη. Να.  13:29)

*Ασταρώθ,  *Εδρεΐ,  *Βασάν , μισή *Γαλαάδ

 Όταν ο Σαλπαάδ εγγονός του Μανασσή έκανε μόνο κόρες, αυτές διεκδίκησαν μερίδιο μεταξύ των υπολοίπων φυλών. Έτσι από τον Ιησού του Ναυί δόθηκε με κληρο γη και στις υπόλοιπες συγγένειες της φυλής Μανασσή οι οποίες κατοίκησαν στην υπόλοιπη Γαλαάδ και στο όρος Εφραίμ ακόμη και σε περιοχές της φυλής του Ισσάχαρ και Ασήρ. ( Ιη. Να. 17:1-τέλος) ‘7 Και τα όρια του Μανασσή ήσαν από Ασήρ έως της Μιχμεθά κειμένης απέναντι της *Συχέμ·………….και τους κατοίκους της *Μεγιδδώ και τας κωμοπόλεις αυτής, τρεις επαρχίας.’

‘12 Οι δε υιοί Μανασσή δεν ηδυνήθησαν να εκδιώξωσι τους κατοίκους των πόλεων τούτων, αλλ' οι Χαναναίοι επέμενον να κατοικώσιν εν τη γη εκείνη. 13 Αφού όμως υπερίσχυσαν οι υιοί Ισραήλ, καθυπέβαλον τους Χαναναίους εις φόρον, πλην δεν εξεδίωξαν αυτούς ολοκλήρως.’

σημ. (*) πόλεις και τοποθεσίες για τις οποίες υπάρχουν πληροφορίες

Μαχαναΐμ  (πόλη των Αμορραίων)

Μετά τον Θάνατο του Σαούλ ο Αβενήρ ο αρχιστράτηγος του, έλαβε τον υιό του Σαούλ ΙΣ-ΒΟΣΘΕ στην πόλη Μαχαναίμ που τότε ανήκε στην φυλή Γάδ, ( άλλοτε ανήκε στους Αμορραίους), και τον έκανε βασιλέα σε όλον τον Ισραήλ εκτός από την Φυλή του Ιούδα  η οποία ακολούθησε τον Δαυίδ. ( Σαμ. Β΄ 2:8)

Η Μεγιδδώ ήταν αρχαία πόλη της Παλαιστίνης που δέσποζε στο πέρασμα μεταξύ των λόφων της οροσειράς του Καρμήλου. Περιλαμβανόταν στις 31 πόλεις τις οποίες κυρίευσε ο Ιησούς του Ναυή κατά την αρχική φάση της κατάληψης της «γης της Επαγγελίας».
Στις Γραφές γίνεται συχνή μνεία αυτής της πόλης. (Ιησούς του Ναυή 12:21· Κριτές 5:19· Α' Βασιλέων 9:15· Β' Βασιλέων 9:27· 23:29) Από την αρχαιότητα η θέση της πόλης αυτής θεωρήθηκε στρατηγική αφού πολλές μάχες διεξήχθησαν εκεί. Συγκεκριμένα κοντά στη πόλη αυτή ηττήθηκε ο Χαναναίος στρατηγός Σισάρα. Επίσης ο Βασιλιάς Σολομώντας φέρεται να οχύρωσε τη Μεγιδδώ. Επίσης ήταν ο τόπος όπου θανατώθηκε ο Βασιλιάς Οχοζίας, καθώς επίσης και ο Βασιλιάς Ιωσίας, της φυλής του Ιούδα, ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτή την τοποθεσία σε μάχη που δόθηκε ενάντια του Φαραώ Νεχαώ. Εκ των παραπάνω μαχών και γεγονότων θεωρείται ετυμολογικά ότι η Μεγιδδώ έδωσε το όνομά της στη δημιουργία του όρου αρ-Μαγεδδών από τον οποίο προήλθε ο ελληνικός όρος Αρμαγεδδών, που σημαίνει «όρος της Μεγιδδώ».

Η Μικρά Ασία είναι η χερσόνησος που προεκτείνεται δυτικά της ασιατικής ηπείρου σε μια νοητή γραμμή που ξεκινά από τον κόλπο της Αλεξανδρέτας (Ισσός) έως την Τραπεζούντα της Μαύρης Θάλασσας. Βρέχεται από τρεις θάλασσες, τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) στο Βορρά, τη Μεσόγειο στο Νότο και το Αιγαίο δυτικά. Το μέγιστο μήκος είναι 1044 χλμ. και το μέγιστο πλάτος 509 χλμ. αντίστοιχα. Στο δυτικό άκρο της σχεδόν αγγίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο, από την οποία χωρίζεται μόνο από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος )και τη θάλασσα του Μαρμαρά, (Προποντίς), μέσω των οποίων ενώνεται η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα. 

Στη μακρινή αρχαιότητα δεν απαντάται κάποιος συγκεκριμένος όρος για την περιοχή, η οποία γίνεται γνωστή σύμφωνα με τις φυλές που την κατοικούν.

Ο όρος Μικρά Ασία ήταν άγνωστος στην αρχαιότητα. Ο όρος Ασία γίνεται ιδιαίτερα γνωστός από τους Ρωμαίους, για τους οποίους η περιοχή ήταν δυτική επαρχία μαζί με τις περιoχές της Καρίας, της Μυσίας και της Φρυγίας.

Ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τον όρο Asia minor ήταν ο χριστιανός συγγραφέας Παύλος ο Ορόσιος περί το 400 μ.Χ. Οι συγγραφείς της πρώιμης βυζαντινής περιόδου την αναφέρουν ως "η μικρά Ασία". Υπό βυζαντινή διοίκηση ήταν περισσότερο γνωστή ως Ανατολή. Διοικητικά η Ανατολή ήταν "θέμα", δηλαδή μία από τις 29 επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από την εποχή της κατάρρευσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εντεύθεν, δηλαδή στην εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έγινε γνωστή ως Ανατολία.

H M. Ασία από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών και κυρίως σημείο συνάντησης μεταναστευτικών φυλών που μετακινούνταν από την ανατολή προς τη δύση ή και αντίστροφα ενίοτε. Οι ανασκαφές του Τζέιμς Μέλαρτ ανάμεσα στο 1961 και το 1965 στο Τσατάλ-χουγιούκ αποκάλυψαν πως η Ανατολία ήταν κέντρο προηγμένου πολιτισμού ήδη από το 7500 π.χ., κατά την Νεολιθική και την Χαλκολιθική περίοδο. Στην αυγή της ιστορίας ως κάτοικοι αναφέρονται οι Χάλυβες -σε σχέση με τα κοιτάσματα σιδήρου του Καυκάσου στη Μαύρη θάλασσα- οι Ίβηρες, οι Κόλχοι (Βλ. Ηρόδοτος, 2, 104 1) και άλλες φυλές. Θρακικές φυλές αναφέρονται επίσης στη Φρυγία και τη Βιθυνία, τον αρχικό πιθανώς τόπο καταγωγής τους, ενώ συναντάμε σημιτικούς λαούς στην Καππαδοκία κατά τους ιστορικούς χρόνους. Από το 1500 έως το 1000 π.Χ οι Χιττίτες κατέκλυσαν την περιοχή, φθάνοντας ως την Έφεσο και τη Σμύρνη. Απομεινάρια του πολιτισμού τους (γλυπτά και λίθινοι βωμοί) έμειναν ως τις μέρες μας στο Μπογάζ-κιόι της Καππαδοκίας. Ο μύθος της πολιτείας των Αμαζόνων στην κοιλάδα του Θερμόδοντα φαίνεται πως προέκυψε από το θηλυκό ιερατείο της χιττιτικής θεότητας Μα, η οποία στο ελληνικό μυθολογικό πάνθεο μετουσιώθηκε σε Αρτέμιδα, ειδικότερα στην Έφεσο, με τη λατρεία της πολύστηθης Αρτέμιδας. Οι σύγχρονες ανακαλύψεις του Σλήμαν και του Ντόρπφελντ στο Χισαρλίκ, στην αρχαία Τρωάδα επιβεβαίωσαν την ημερομηνία καταστροφής της Τροίας (1200-1100 π.χ.) θέτοντας έτσι έναν ιστορικό σταθμό για την αλληλουχία των γεγονότων. Ωστόσο δεν ήταν ούτε ο Αγαμέμνων και οι Αργείοι του εκείνοι που κατέκτησαν την Μ. Ασία. Περίπου το 1100 π.χ. ωθούμενοι από την πίεση των Δωρικών φυλών αρκετοί Έλληνες μετανάστευσαν ανατολικά από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία για να εγκατασταθούν σε νησιά του Αρχιπελάγους και στις νότιες ακτές της Μ. Ασίας, όπου οι εκβολές ποταμών και η διαμόρφωση των ακτών ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου. Από τον 9ο έως τον 6ο αι. π.χ. σε μια μακρά διαδοχή μεταναστεύσεων Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς έφθασαν ως τις ακτές της Μ. Ασίας ως έμποροι, αποικιστές, τυχοδιώκτες και στρατιώτες, έκτισαν τις πόλεις τους, αναμείχθηκαν με τους γηγενείς πληθυσμούς υιοθέτησαν τμήμα της θρησκείας τους (βλ. πολύστηθη 'Άρτεμις) και σύντομα εγκαθίδρυσαν έναν αξιόλογο πολιτισμό που προπορεύθηκε σε πολλές περιπτώσεις εκείνου της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η ανάπτυξη αυτού του πολιτισμού θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς το πρώτο κεφάλαιο στην ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού κυρίως εξαιτίας της φιλοσοφικής σκέψης που παρήγαγε. Σε αυτή την περίοδο κόπηκαν τα πρώτα τετράγωνα νομίσματα από ηλεκτρον., (Λυδία-7ος π.χ.), πιθανώς ως αποτέλεσμα των εμπορικών συναλλαγών των γηγενών με τους Έλληνες, ενώ άρχισαν οι Λυδοί βασιλείς -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- να ενδιαφέρονται για το μαντείο των Δελφών και να στέλνουν δώρα στον ναό του. Περί τα μέσα του 6ου αι. π.χ. κατόρθωσε να εξαπλώσει την ηγεμονία του στην ευρύτερη περιοχή ο βασιλιάς των Λυδών Κροίσος, (548-546 π.χ.), ο οποίος σύντομα εκδιώχθηκε από τον Πέρση Κύρο, που μετέτρεψε όλη την περιοχή σε επαρχία του διοικητικού συστήματος της Περσίας. Σε εκείνα τα χρόνια οι φιλοδοξίες του Μεγάλου Βασιλέα Δαρείου Α΄ και του διαδόχου του Ξέρξη Α΄ έφεραν σε σύγκρουση τις ελληνικές πόλεις-κράτη με την περσική αυτοκρατορία (500-449 π.χ.). Η περσική ήττα προκάλεσε αλλεπάλληλες κοινωνικές αλλαγές που προετοίμασαν το δρόμο για τον Αλέξανδρο και την ολοκληρωτική κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας από τους Έλληνες.

Ακολούθησε μια δύσκολη και ταραγμένη περίοδος κατά την Ελληνιστική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι Σελευκίδες, διάδοχοι του Αλέξανδρου διεκδίκησαν τη Μ. Ασία με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα νέα βασίλεια του Πόντου, της Βιθυνίας, της Καππαδοκίας, της Περγάμου και της Κιλικίας, όπως και το κελτικό βασίλειο της Γαλατίας (280 π.χ.), αποτέλεσμα των πολεμικών περιπετειών με τους Γαλάτες επιδρομείς στη Μ. Ασία. Οι επόμενοι επτά περίπου αιώνες έφεραν και την ιδιαίτερη σφραγίδα του κελτικού πολιτισμού. Η ελληνική τέχνη, που ήδη είχε ανθίσει με τρόπο θαυμαστό στα ιωνικά νησιά, στα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και στη νότια Μ. Ασία ανανεώθηκε στο ορεινό βασίλειο της Περγάμου υπό τη διακυβέρνηση των Ατταλιδών. Ακολούθησαν οι πόλεμοι με τη δημοκρατική Ρώμη (190-63 π.χ.), που τελείωσαν με την ήττα και το θάνατο του μεγάλου Μιδραδάτη ΣΤ΄, του "Ανατολίτη υπερασπιστή της ελληνικής ελευθερίας", ενώ ο Πόντος και η Βιθυνία στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας απειλούνταν διαρκώς από τις εξ ανατολών επιδρομές. Γενικά οι πρώτοι τρεις αιώνες της Ρωμαϊκής διακυβέρνησης ήταν περίοδος ειρήνης και ευημερίας για την ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας. Τούτη την περίοδο ειρήνης ακολούθησαν τρεις αιώνες περίπου πολέμων της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την Περσία. Η εκμηδένιση της περσικής φιλοδοξίας από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) απλώς μετέθεσε χρονικά τον κίνδυνο. Οι Άραβες και οι διάδοχοί τους, οι Τούρκοι, Διεκδίκησαν επίμονα την Ανατολία και τελικά τα κατάφεραν. Οι αραβικές επιδρομές από το 672 έως το 717 απωθήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη και η περιοχή έμεινε "θέμα" υπό Βυζαντινή διακυβέρνηση, αν και το χριστιανικό κράτος της Αρμενίας υπέφερε τα πάνδεινα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές.  Το 1922 η προσπάθεια του ελληνικού κράτους να θέσει τη δυτική Μ. Ασία υπό ελληνικό έλεγχο είχε άδοξη κατάληξη, Το ίδιο συνέβη και με την προσπάθεια να δημιουργηθεί Ποντο-Αρμενικό κράτος βάσει της συνθήκης των Σεβρών. Την ίδια περίοδο συνέβησαν τα γεγονότα το οποία οι Αρμένιοι και Πόντιοι χαρακτηρίζουν ως γενοκτονία, και η Καταστροφή της Σμύρνης. Με την συνθήκης της Λωζάνης σφραγίστηκε η καταστροφή του Χριστιανισμού της Μ Ασίας. Οι Χριστιανοί μέχρι εκείνη την περίοδο αποτελούσαν το 10% του πληθυσμού της Μ. Ασίας.

Οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν τη Μικρά Ασία σε 15 χώρες των οποίων τα ονόματα ως επί το πλείστον λάμβαναν από τους κατοικούντες λαούς τους. Και αυτές ήταν τρεις προς Β. ο Πόντος, η Παφλαγονία και η Βιθυνία, τρεις προς Δ.: η Μυσία(στην οποία υπαγόταν η Μυγδονία, η Τρωάδα και η Αιολίδα), η Λυδία (στην οποία υπαγόταν η Μαιονία ανατολικά και η Ιωνία δυτικά) και η Καρία, τέσσερις προς Ν.: η Λυκία, η Πισιδία, η Παμφυλία και η Κιλικία και τέλος πέντε στο μέσον: η Φρυγία, η επί Ρωμαίων δημιουργηθείσα Καβαλίδα (Καβαλίς), η Ισαυρία, η Λυκαονία, η Γαλατία και η Καππαδοκία (στην Λευκοσυρία της οποίας υπαγόταν η Λυκαστία).

Αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας υπήρξαν οι: Χετταίοι ή Χιττίτες ή Χεττείμ (κατά Π. Διαθήκη), Βιθυνοί, Φρύγες, Μυσοί, Κιμμέριοι, Μύγδονες, Τρώες ή Τρήρες, Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς,Μαίονες, Λυδοί, Κάρες, Καππαδόκες, Πισίδες, Λυκάονες, Ίσαυροι, Έλληνες της Ελληνιστικής περιόδου, Ρωμαίοι,Λέλεγες, Λύκιοι (Κρήτες), Γαλάτες (Τεκτόσαγες, Τολιστοβόγιοι και Τρόκμοι), Καρδούχοι ή Κούρδοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Χάλυβες.

Νεότεροι λαοί  Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Κούρδοι, Τσετμήδες ή Τσεπσήδες, Κυζυλμπάσηδες ή Ταχτατζήδες, Γιουρούκηδες, Γύφτοι, Ζεϊμπέκηδες, Τουρκμάνοι, Λαζοί, Κρομλήδες, Οφλήδες, Γκιουρτσήδες ή Ίβηρες, Τουρκοκρήτες, Τσιγγάνοι κ.ά.

Μισπά σημ.’σκοπιά’  ( θυσιαστήριο )

1.σημαίνει ‘σκοπιά’ και αφορά σε ένα θυσιαστήριο το οποίο έχτισε ο Ιακώβ ως μαρτυρία της συμφιλίωσής του με τον Πεθερό του τον Λάβα τον Σύρο όταν αυτός τον κατεδίωξε και τον πρόφτασε στο όρος Γαλαάδ ( Γέν.31:45-50)
2.επίσης έτσι ονόμαζαν την κοιλάδα η οποία εκτεινόταν  στους πρόποδες του όρους Αερμών περιοχή την οποία κατοικούσαν οι Ευαίοι( Ιη. Να. 11:3) έχοντας πρωτευουσα την Γαβαών 

3.η περιοχή του όρους Γαλαάδ με την ομώνυμη πόλη και άλλες γύρω από αυτήν, ανήκε κατά το ήμισυ στην φυλή  Μανασσή και στην φυλή Γάδ από την οποία καταγόταν ο Ιεφθάε ο Γαλααδίτης. ( Κριτ. 11:29-34) εκεί ήταν και η τοποθεσία που ο Ιακώβ έχτισε το θυσιαστήριο.

Η Μυσία ήταν αρχαία χώρα της Μικράς Ασίας παρά την Προποντίδα. Οι κάτοικοί της ονομάζονται Μυσοί.

Η Μυσία χωρίζονταν από τη Βιθυνία προς Α. δια του Ρυνδάκου π. Φυσικά της όρια ήταν προς Β. η Προποντίδα και ο Ελλήσποντος, προς Δ. το Αιγαίο Πέλαγος και προς Ν. ο Κάϊκος π. και το όρος Τήμνος. Η από τον Ελλήσποντο μέχρι τη Βιθυνία έκταση ονομάζονταν και «Ελλησποντιακή Φρυγία» ή «Μικρή Φρυγία». Προς τη δυτική πλευρά της Μυσίας εκτείνονταν η ομηρική Τρωάς που κάλυπτε την έκταση από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα προς Β. μέχρι του κόλπου του Αδραμηττύου. Ανατολικά της Τρωάδας μέχρι της Βιθυνίας εκτεινόταν η Μυγδονία. Στα προς το Αιγαίο δε παράλια της Μυσίας εκτεινόταν η Αιολίδα με τις 12 αιολικές πόλεις της και στη μεσημβρινή η «Μεγάλη Μυσία» η κυρίως Μυσία, σε αντίθεση εκείνης της Φρυγίας του Ελλήσποντου που μαζί με τη Τρωάδα αποτελούσαν τη «Μικρή Μυσία». Το νοτιότερο τμήμα της Μυσίας καλούνταν και «Τευθρανία» στην οποία άκμασε η Πέργαμος.

Η χώρα αυτή είναι ορεινή με πολλά νερά και από τους αρχαίους χρόνους καλυπτόταν σε μεγάλη έκταση με πολλά δάση. Κυριότερα όρη είναι η «εν Τρωάδι» Ίδη, επί των ανατολικών ορίων της χώρας ο Όλυμπος (ο Μύσιος) και το νότιο φυσικό όριο με τη Λυδία, το όρος Τήμνος. Από τους ποταμούς γνωστότεροι ο Ρύνδακος (ανατολικά), ο Μάκεστος, ο κύριος ποταμός της Μυσίας, ο Αίσηπος, ο ιστορικός Γρανικός, ο παρά τη Τροία Σκάμανδρος και νότια ο Κάικος (όριο με τη Λυδία). Από τις λίμνες γνωστές είναι η Απολλωνιάτις και η Αφνίτις.

Οι Μυσοί, φυλή συγγενική με τους Φρύγες και τους Θράκες μνημονεύονται πρώτα από τον Όμηρο ως φίλοι και σύμμαχοι των Τρώων και εχθροί των Αχαιών (Ιλ. Β 858). Κατά τους ιστορικούς χρόνους μετά τη κατάληψη των παραλίων της χώρας των από τους Αιολείς περιήλθαν μαζί με τους γειτονικούς λαούς υπό τους Λυδούς (Ηρόδ. Α 28) και αργότερα από τους Πέρσες οπότε η Λυδία και η Μυσία, επί Δαρείου, απετέλεσαν τη δεύτερη σατραπεία του περσικού κράτους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Μυσία έγινε σύμμαχος των Αθηναίων, μετά την υποταγή της από τον Μ. Αλέξανδρο περιήλθε στους διαδόχους του και διαμοιράστηκε μεταξύ των μετά την ίδρυση του Βασιλείου της Περγάμου (283 π.χ.). Όταν δε με διαθήκη περιήλθε το Βασίλειο της Περγάμου στη Ρώμη η Μυσία απετέλεσε τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας «Ασία» συνεχίζοντας έτσι κατά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Στη Μυσία εκτός των παράλιων κατ΄ αρχήν αιολικών αποικιών αργότερα κτίσθηκαν και πολλές άλλες που έφθασαν σε πολλή μεγάλη ακμή μεταξύ των οποίων ήταν: το Αδραμύττιο, η Αδράστεια, η Άντανδρος, η Απολλωνία, η Άσσος, η Αταρνεύς, τα Γάργαρα, η Κύζικος, η Λάμψακος, η Μιλητόπολις, το Πάριον, η Πέργαμος, η Πιτάνη, η Πρίαπος, η Προκόννησος, η Στρατονίκεια, η Τευθρανία καθώς και οι πόλεις της Τρωάδας Άβυδος, Αλεξάνδρεια η Τρωάς, Αμαξιτός, η Δάρδανος, η Ζέλεια, το Ίλιον, η Λάρισα, η Σκαμάνδρεια, η Σκήψις και πολλές άλλες.

Τη χώρα της Μυσίας διέσχισε ο Απόστολος Παύλος πηγαίνοντας στη Τρωάδα (Πράξεις: ιστ’, 7-8 και 11) Οι Μυσοί μιλούσαν την Μυσική, γλώσσα Ινδοευρωπαϊκής προέλευσης που πιθανολογείται ότι ήταν μίξη της Φρυγικής και της Λυδικής.

1. Γιός του Λώτ από την μεγαλύτερη κόρη του και γενάρχης των Μωαβιτών ( Γεν.19:37) 2.Περιοχή της Παλαιστίνης ανατολικά της Νεκράς Θάλασσας. Υποτάχτηκε διαδοχικά στην Περσία, την Αίγυπτο, την Συρία, την Αλεξάνδρεια και την Ρώμη ( Έξ. 15:15). Οι κάτοικοι του Μωάβ ήταν φυλή συγγενική με τους Ισραηλίτες.

Ναβαταίοι ( λαός)

Οι Ναβαταίοι (Μπενή νάμπατ) ήταν αρχαίος αραβικός λαός με σημαντικές αραμαϊκές επιρροές. Τους αναφέρει ο Στράβων (παραγρ.67) ως "αράβιο έθνος". Κατοικούσαν στην "Πετραία Αραβία" (ορεινή), τη σημερινή περιοχή από τον Κόλπο της Άκαμπα στην Ερυθρά μέχρι τη Νεκρά Θάλασσα και σε μία περίοδο επικράτησαν σε όλη τη βόρεια Αραβία. Γενάρχης του βασιλείου τους φέρεται κατά την Παλαιά Διαθήκη (Γεν. 25,13) ο Ναβαϊώθ, πρωτότοκος του Ισμαήλ, γιου του Αβραάμ και της Άγαρ, εξ ου και οι Άραβες καλούνται γενικευμένα στη βυζαντινή περίοδο Αγαρηνοί. Στις σφηνοειδείς επιγραφές του Σαρδανάπαλου Ασουρμπανιπάλ καλούνται Ναμπαιταίοι (Ναμπαιτάϊ). Φαίνεται από αυτούς να κατάγονται οι Ιδουμαίοι, ένας αραβικός λαός που μετανάστευσε στη νότια Ιουδαία μετά τη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία των Εβραίων και ο οποίος είχε υποταχθεί στο Βασίλειο των Μακκαβαίων μέχρι τον πρώτο αιώνα π. Χ. Πρωτεύουσα είχαν την Πέτρα (με ελάχιστα ερείπια σήμερα), οικοδομημένη κατά τον πρώτο αιώνα π. Χ., στην οποία διαφαίνονται ισχυρές ελληνιστικές επιρροές. 

Στην εποχή της Καινής Διαθήκης η επικράτεια των Ναβαταίων έφθανε ανατολικά της Δαμασκού όπου φαίνεται υπήρχε αντιπρόσωπος του Βασιλιά τους Αρέτα (Β' Κορινθ. 11,32), ο Απόστολος Παύλος φέρεται να έμεινε στη περιοχή των Ναβαταίων κατά την επιστροφή του (Γαλάτες 1,17).Το 106 (μ.Χ.) η περιοχή των Ναβαταίων προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Τραϊανό, ως επαρχία της Πετραίας Αραβίας, με αποτέλεσμα σταδιακά να εξελληνιστούν και να χάσουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. και η Πέτρα είχε χάσει τη σημασία της ως εμπορικό κέντρο και σταθμός καραβανιών, προς όφελος της ανερχόμενης Δαμασκού.

Ναβαώ ( πόλη της Μωάβ)

Πόλη της φυλής Μωάβ, κοντά στο ομώνυμο όρος. Ανήκε στην φυλή Ρουβήν

Ναζαρέτ ( πόλη της Γαλιλαίας)

Πόλη του Ισραήλ στην Γαλιλαία, στην οποία κατοίκησε ο Ιησούς Χριστός πριν αρχίσει την διδασκαλία του ( Λουκ. 1:26)

Ναίν  ( πόλη της Παλαιστίνης)

Πόλη της Παλαιστίνης κοντά στην εύφορη κοιλάδα Εσδρελών. Εκεί ο Χριστός ανέστησε το γιο της χήρας

Νεβώ η Νέβω( κορυφή όρους)

Κορυφή της οροσειράς Αβαρίμ, όπου ο Μωυσής αντίκρισε για πρώτη φορά την γη της Επαγγελίας

Η Νεκρά θάλασσα ή Αλμυρά θάλασσα, ή Θάλασσα Αραβά, κατά την Παλαιά Διαθήκη, ή Μπαχρ Λουτ (= θάλασσα του Λωτ) κατά τους Άραβες, ή Ασφαλτίτιδα λίμνη κατά τους αρχαίους Έλληνες, ονομάζεται η μεγάλη λίμνη που βρίσκεται στα σύνορα Ιορδανίας και Ισραήλ. Έχει μήκος, από Β. προς Ν. 77 χλμ. και μέγιστο πλάτος 16 χλμ. Η επιφάνειά της βρίσκεται περίπου 400 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της Μεσογείου, (αρνητικό υψόμετρο), κάτι που τη κάνει το χαμηλότερο σημείο επιφάνειας στην ηπειρωτική Γη, ενώ παρατηρείται σημαντική πτώση του επιπέδου στάθμης της, περίπου 1 μέτρο το χρόνο, κυρίως εξαιτίας της μείωσης των απορροών του Ιορδάνη ποταμού αλλά και της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η ονομασία της λίμνης ως Νεκρά θάλασσα όπως την αναφέρει και ο Παυσανίας οφείλεται στη παντελή έλλειψη ζωής και στα «βαριά κύματα» που δύσκολα δημιουργούνται. Τούτο βέβαια οφείλεται στο ότι περιέχει μεγάλες ποσότητες διαλυμένων ανόργανων στερεών ουσιών (χλώριο, νάτριο, μαγνήσιο, κάλιο, θειώδες οξύ), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβιώσει κανείς μικροσκοπικός οργανισμός. Περιέχει αλάτι (χλωριούχο νάτριο - NaCl) σε ποσοστό 24%, ενώ το νερό της θάλασσας έχει περιεκτικότητες σε ποσότητες "επί τοις χιλίοις".

Στις όχθες της βρίσκονται δυο μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, μια στο Ισραήλ και μια στην Ιορδανία, οι οποίες εκμεταλλεύονται τα άλατα της λίμνης και παράγουν μαγνήσιο, καθώς και λιπάσματα βασισμένα σε κάλιο και άλλα προϊόντα. Έτσι η Νεκρά Θάλασσα δίνει ζωή σε ένα κατά βάση έρημο τόπο.

Στην παραλία της Νεκράς Θάλασσας υπάρχουν αρκετές ξενοδοχειακές μονάδες, δεδομένου ότι η εμπειρία της κολύμβησης εκεί είναι μοναδική. Λόγω των περιεχομένων αλάτων, το νερό της έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος από αυτό της θάλασσας, που φθάνει περίπου το 1,162, συνεπώς μεγαλύτερη άντωση, μεγαλύτερη πλευστότητα, έτσι που μπορεί κανείς να επιπλέει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Κατά τη Παλαιά Διαθήκη τόσο η λίμνη αυτή όσο και η απόκρημνη κοιλάδα πέριξ αυτής ονομάζονται ομοίως Αραβά, (θάλασσα Αραβά, κοιλάδα Αραβά).

Η Νινευή ή Νινευί ήταν αρχαία πόλη, που έγινε πρωτεύουσα της Ασσυρίας, επί βασιλείας του Σενναχειρείμ. Η θέση της προσδιορίζεται κοντά στη σημερινή Μοσούλη, στον Τίγρη ποταμό, στο σημερινό βόρειο Ιράκ. Η πόλη αυτή καταστράφηκε μετά την πτώση της στους Βαβυλωνίους.

Τα ερείπια της Νινευή, όπου έγιναν ανασκαφές το 1845, μας απέδωσαν τα λείψανα πολλών κτιρίων και πολλών γλυπτικών έργων. Η βιβλιοθήκη του τελευταίου βασιλιά των Ασσυρίων Ασουρμπανιμπάλ (στην ελληνική αποδόθηκε με το όνομα Σαρδανάπαλος) (7ος αιώνας π.χ.) βρέθηκε εκεί και στην πόλη βρήκαν πλούσια διακόσμηση από ανάγλυφα με σκηνές θρησκευτικές, κυνηγετικές και στρατιωτικές. Στα ελληνιστικά χρόνια ιδρύθηκε στην πόλη βιβλιοθήκη και οι Ασσύριοι μορφώθηκαν από το ελληνικό πνεύμα.

Στις Γραφές γίνεται αναφορά στην πόλη της Νινευή, ήδη από το αρχαίο βιβλίο της Γένεσης, όπου αναφέρεται ότι ήταν μία από τις πόλεις που ίδρυσε ο Νεβρώδ (Γένεση 10:9, 11, 12· 2 Βασιλέων 19:36). Αιώνες αργότερα, Ισραηλίτες προφήτες όπως ο Ιωνάς, ο Σοφονίας και ο Ναούμ εξήγγειλαν αγγέλματα κρίσης αλλά και σωτηρίας αναφορικά με την πρωτεύουσα της Ασσυριακής αυτοκρατορίας Νινευή, καθώς περιγραφόταν ως η «πόλη της αιματοχυσίας» (Ιωνάς 1:2· κεφ. 3· Ναούμ 1:1· 3:1· Σοφονίας 2:13-15). Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς Χριστός αναφέρεται στην αφήγηση του βιβλίου του Ιωνά, σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι της Νινευή διασώθηκαν, καθώς μετανόησαν για τα πονηρά τους έργα μετά από το κήρυγμα του προφήτη. (Ματθαίος 12:41· Λουκάς 11:30, 32)

Ονομασία που  χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες συγγραφείς για την γη Χαναάν, την εύφορη  λωρίδα γης ανάμεσα στην Αραβική έρημο και την Μεσόγειο θάλασσα, που αποτέλεσε την χώρα αφήγησης της Παλαιάς Διαθήκης, κατά την εποχή των Εβραίων διαιρέθηκε σε δύο βασίλεια. Το βασίλειο του Ιούδα και το βασίλειο του Ισραήλ

Τα Πάταρα ήταν αρχαιότατη πόλη και λιμένας της Λυκίας, χτισμένη μεταξύ των εκβολών του ποταμού Ξάνθου και του όρμου Αντιφέλλου. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ιδρύθηκε από τον Ικάδιο.

Ο Στράβων αναφέρει ότι πήρε το όνομά της από τον Πάταρο, γιο του Απόλλωνα και της Λυκίας, κόρης του Ξάθου. Κατά τον Εκαταίο εποικίστηκε από Κρήτες Δωριείς. Στην πόλη λατρευόταν ο Απόλλων ο Παταρεύς, και υπήρχε σπουδαίο μαντείο, ισάξιο αυτού των Δελφών, ήταν "μεγάλη πόλις, λιμένα έχουσα και ιερό Απόλλωνος, κτίσμα Πατάρου. Πτολεμαίος δε ο Φιλάδελφος επισκευάσας, "Αρσινόην" εκάλεσε "την εν Λυκία", επεκράτησε δε το εξ αρχής όνομα".
Παρά την υπόδειξη αυτή του Εκαταίου (δια του Στράβωνα) περί της καταγωγής του ονόματος, τούτο αποδίδεται και σε άλλες αιτίες. Τόσο ο Πάταρος όσο και ο Ξάνθος ήταν παιδιά του Λαπαιώνα που απέκτησαν μεγάλη περιουσία από πειρατείες και στη συνέχεια αποσύρθηκαν στη περιοχή αυτή. Από μεν τον πρεσβύτερο τον Ξάνθο πήρε το όνομα ο παρακείμενος ποταμός, από δε τον Πάταρο η πόλη που αναπτύχθηκε.

Τα Πάταρα ήταν μια από τις 6 μεγαλύτερες πόλεις της Λυκίας, οι οποίες εξέλεγαν αντιπροσώπους, μαζί με άλλες 17 πόλεις, για το Συνέδριο της Διοικήσεως του ομοσπονδιακού Λυκιακού διοικητικού συστήματος, του οποίου ο ανώτατος άρχων ήταν ο Λυκιάρχης.
Το σύστημα αυτό καταργήθηκε το 43 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κλαύδιο.

Τα Πάταρα καθώς και ολόκληρη την περιοχή της Λυκίας είχαν καταλάβει οι Πέρσες από τους οποίους και περιήλθε στον Μέγα Αλέξανδρο όπου και διόρισε διοικητή τον σπουδαίο ναύαρχό του Νέαρχο.
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου τα Πάταρα περιήλθαν στον Αντίγονο και τον γιό του Δημήτριο, στη συνέχεια στους Πτολεμαίους εκ των οποίων ο Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος την ονόμασε Αρσινόη, προς τιμή της συζύγου του. Το 196 π.χ. την κατέλαβε ο Φίλιππος Ε' της Μακεδονίας και επί Πομπηίου περιήλθε ουσιαστικά μαζί με όλη τη περιοχή στους Ρωμαίους, που όμως διατήρησαν την αυτοδιοίκησή τους μέχρι το 43 (μ.Χ.). Το 155 η πόλη που βρισκόταν τότε στη μεγαλύτερη ακμή της υπέστη μεγάλη καταστροφή από σεισμό.

Στο λιμάνι των Πατάρων προσορμίσθηκε ο Απόστολος Παύλος στην τρίτη περιοδεία του, προερχόμενος από τη Ρόδο, μαζί με τον Ευαγγελιστή Λουκά και με άλλους συνταξιδιώτες του. Παρήκμασε μετά την εποχή του Ιουστινιανού.

Η Πέργη ήταν αρχαία ελληνική πόλη στη Μικρά Ασία πρωτεύουσα της Παμφυλίας. Βρισκόταν στις όχθες του Κέστρου ποταμού που ήταν πλωτός και καθιστούσε έτσι την πόλη παράλια. Κοντά στην Πέργη βρισκόταν ο περίφημος ναός της θεάς Αρτέμιδας της Περγαίας που αποτελούσε σπουδαίο ιερό και προς τιμή της οποίας γίνονταν ετήσιες εορτές.

Το 546 π.χ. καταλήφθηκε από τους Πέρσες Αχαιμενίδες όπου και παρέμειναν υπό τον έλεγχό τους μέχρι το 333 π.χ. όπου η Πέργη παραδόθηκε στον Μέγα Αλέξανδρο. Στη συνέχεια περιήλθε στο κράτος των Σελευκιδών, στο Βασίλειο της Περγάμου, και από αυτούς στους Ρωμαίους για να καταλήξει στους Βυζαντινούς. Κατά την ελληνιστική περίοδο η Πέργη αποτελούσε μία από τις ωραιότερες πόλεις της ανατολής στολισμένη με πολλά αξιόλογα ελληνιστικά και ρωμαϊκά κτίρια, θέρμες κ.λπ..
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους την πόλη επισκέφθηκαν ο απόστολος Παύλος, ο Ευαγγελιστής Μάρκος και ο Βαρνάβας οι οποίοι και κήρυξαν τον Χριστιανισμό.

Ερείπια της πόλης βρίσκονται σήμερα κοντά στην Αττάλεια, στα οποία ξεχωρίζουν τα τείχη της ακρόπολης της Πέργης μια πύλη θριάμβου, το μεγαλοπρεπές θέατρο, το στάδιο και πολλοί ναοί. Επίσης έχουν βρεθεί πολλά νομίσματα με αναπαράσταση το ιερό της Αρτέμιδας καθώς και πολλές αρχαίες επιγραφές.

Σημειώνεται ότι από τη Πέργη καταγόταν ο αρχαίος Έλληνας, σπουδαίος μαθηματικός και αστρονόμος, Απολλώνιος ο Περγαίος.

σημαντική πόλη της κεντρικής Συρίας, κτισμένη σε μία όαση 215 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Δαμασκού και 120 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Ευφράτη. Για αιώνες ήταν ζωτικός σταθμός για τα καραβάνια που διέσχιζαν τη Συριακή έρημο και ήταν γνωστή ως η «Νύμφη της Ερήμου». Το ελληνικό όνομα «Παλμύρα» αποτελεί μετάφραση του αρχικού αραμαϊκού ονόματος Tadmor, που σημαίνει «φοινίκια πόλη». Η σύγχρονη κωμόπολη, δίπλα στα αρχαία ερείπια ονομάζεται και πάλι Tadmor. Η οικονομία της εξαρτάται από τον τουρισμό. Στη Βίβλο αναφέρεται ως Ταμάρ ή Θεδμόρ ή Θοεδμόρ ενώ στα αραμαϊκά Ταδμόρ ή Ταμμόρ και που λέγεται πως έκτισε ο Βασιλιάς Σολομών ως πόλη σταθμό των καραβανιών μεταξύ Συρίας και Μεσοποταμίας.

Το Tadmor μνημονεύεται στη Βίβλο (Β΄ Χρονικών 8:4) ως μια πόλη της ερήμου που οχυρώθηκε από τον Σολομώντα. Επίσης, από τον Ιώσηπο, ως κτισμένη από τον Σολομώντα (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία - Βιβλίο VIII), μαζί με το ελληνικό όνομα Παλμύρα. (Tadmor είναι το όνομα της Παλμύρας και στη σύγχρονη εβραϊκή γλώσσα).

Θεότητες που λατρεύονταν στην Παλμύρα. Από αριστερά: ο σεληνιακός θεός Aglibol, ο υπέρτατος θεός Beelshamen και ο ηλιακός θεός Malakbel. 1ος αι. μ.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Ραμά ( βιβλική πόλη)

Η Ραμά είναι βιβλική πόλη Της φυλής Βενιαμίν που βρίσκεται στα βόρεια της Ιερουσαλήμ, όπου βρισκόταν και ο τάφος της Ραχήλ.

Η πόλη αυτή αναφέρεται τόσο από τη Παλαιά Διαθήκη όσο και από τη Καινή Διαθήκη σε συσχέτιση με τη Δεβόρρα, την ιστορία του Λευίτη, τις οχυρώσεις των Βασιλέων Βαασά και Ασά και την απελευθέρωση του Ιερεμία. (Ματθαίος 2:18, Κριτές 4:15 και 19:13, Α' Βασιλέων 15:17, 22, και Ιερεμίας 40:1).

Ρουβήν (οι πόλεις και οι τόποι της Φυλής)

15. Και έδωκεν ο Μωϋσής εις την φυλήν των υιών Ρουβήν κληρονομίαν, κατά τας συγγενείας αυτών.  (Ιησούς Ναυή  13: 15-24)

*Αερμών  όρος *Αροήρ, *Αρνών (ποταμός) Μεδεβά την πεδινήν, Δαιβών, *Εσεβών  Βαμώθ-βαάλ, Βαιθ-βάαλ-μεών, *Ιασσά, Κεδημώθ, Μηφαάθ, Κιριαθαΐμ, Σιβμά, Ζαρέθ-σαάρ εν τω όρει της κοιλάδος, *Βαιθ-φεγώρ, Ασδώθ-φασγά,  Βαιθ-ιεσιμώθ, 

*Γαλαάδ

σημ. (*) πόλεις και τοποθεσίες όπου υπάρχουν πληροφορίες

Πόλη της Παλαιστίνης. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 587π.χ. κατέφυγαν εκεί πολλοί Ιουδαίοι πρόσφυγες. Άκμασε στα χρόνια του Ηρώδη του Μεγάλου. Οι κάτοικοί της βρίσκονταν σε έντονη θρησκευτική και πολιτική αντίθεση με τους Ιουδαίους.

Η Σεβωείμ, ήταν μια βιβλική πόλη που έγινε γνωστή από την αιφνίδια καταστροφή της, μαζί με τα Σόδομα και τη Γόμορα, στο νότιο άκρο της Νεκράς θάλασσας. Η Σεβωείμ μαζί με τα Σόδομα, τη Γόμορα, την Αδαμά και τη Σηγώρ αποτελούσαν την πεντάπολη της κοιλάδας Σιδδίμ.

Αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο Γέννεση (10:19 και 14:2) και στο Δευτερονόμιο (29:23) με αιτία της ολοκληρωτικής καταστροφής της, από τον Κύριο, τον έκλυτο βίο και την ανηθικότητα των κατοίκων της.

Η μικρότερη πόλη της Πεντάπολης., του συγκροτήματος δηλ. των πόλεων που ευρίσκοντο πλησίον της Νεκρής Θάλασσας, μεταξύ των οποίων και τα σόδομα και η Γόμορρα που καταστράφηκαν από τον Θεό με πυρ και θείο σε παραδειγματισμό των επόμενων γενεών για την έκφυλη ζωή των κατοίκων τους. Οι άλλες ήταν η Αδαμά και η Σεβωείμ. Στην μικρότερη εξ αυτών την Σηγώρ  κατέφυγε ο Λώτ  για να σωθεί.( Γεν.14, 19 Δευτ. 34)

Ορεινή περιοχή της Παλαιστίνης η Ιδουμαία (Γένεση 14:6, 36:8)

Η οποία καθορίζεται από την ομώνυμη Οροσειρά στα όρια της επικράτειας του βασιλείου του Ιούδα, δυτικά της Κιριάθ-ιαρείμ (Ιησού του Ναυή 15:10). Εκεί κατοίκησε ο Ησαυ και οι απόγονοί του (Δευτερονόμιο 2:1-8).

Στην οποία έζησαν για λίγα χρόνια οι Εβραίοι πηγαίνοντας προς την γη της Επαγγελίας ( Ιησούς του Ναυή 21:1-45)

Η Σιδώνα είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Λιβάνου. Παλαιότατη φοινικική πόλη στην πεδιάδα που εκτείνεται ανάμεσα στο βουνό Λίβανος και τη Μεσόγειο, κτισμένη σε σχετικά μικρή απόσταση από την Τύρο και τη Βηρυτό.

Το όνομά της προέρχεται σύμφωνα με τον Ιώσηπο από το μεγαλύτερο γιο του Χαναάν. Η Σιδώνα αναφέρεται από τον Όμηρο. Μέχρι το 1250 π.χ. η πόλη είχε μεγάλη δύναμη, τότε περίπου όμως οι Φιλισταίοι απέσπασαν ένα μεγάλο μέρος από τα εδάφη της. Αργότερα έγινε φόρου υποτελής στους Ασσυρίους στα χρόνια του Σαλμανάσαρ Β' και Δ' και γύρω στο 701 π.χ. υποτάχτηκε σ' αυτούς. Το 676 π.χ. κυριεύτηκε από τον Ασαρχαδών, οι περισσότεροι από τους κατοίκους σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και πήρε το όνομα Ιρ - Ασαρχαδών, δηλαδή πόλη του Ασαρχαδών.

Αργότερα απόκτησε μέρος από τη δύναμή της, αλλά το 351 π.χ. επαναστάτησε εναντίον του Αρταξέρξη του Ώχου και έπαθε μεγάλη καταστροφή για παραδειγματική τιμωρία. Λέγεται ότι 40.000 από τους κατοίκους της Σιδώνας κάηκαν τότε σε μεγάλη φωτιά που άναψαν οι ίδιοι. Λίγο αργότερα υποτάχτηκε στη στρατιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για να γνωρίσει στα επόμενα χρόνια μεγάλη ακμή πρώτα από τους Πτολεμαίους και στη συνέχεια από τους Σελευκίδες. Εκείνη την εποχή απέκτησε και φιλοσοφική σχολή. Οι Ρωμαίοι την υπέταξαν, αλλά η Σιδώνα μπόρεσε να επιζήσει και να γνωρίσει και στο μεσαίωνα ακμή. Σήμερα ανήκει στο Λίβανο και η Βηρυτός έχει αποσπάσει τη δύναμή της.

Σιλωάμ (εβρ. προέλευσης, σημαίνει «Απεσταλμένος») ονομαζόταν μια δεξαμενή στην Ιερουσαλήμ, όπου ο Ιησούς Χριστός έστειλε έναν τυφλό να πλυθεί για να ανακτήσει την όρασή του. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το πώς ήταν τότε αυτή η δεξαμενή, αν και η ευρύτερη θέση της οριοθετείται προφανώς από το σημερινό Μπίρκετ Σιλουάν, λίγο νοτιοδυτικότερα από την Πόλη του Δαβίδ. Πιθανότατα αυτή είναι επίσης κατά προσέγγιση η τοποθεσία της “δεξαμενής” ή του υδροταμιευτήρα του Βασιλιά Εζεκία, που αποτελούσε συνέχεια του αγωγού τον οποίο κατασκεύασε για να μεταφέρει τα νερά της Γιών.

Ιωάν. 9:6, 7, 11 - Βασιλειών Β', 20:20 - Β' Χρονικών, 32:30 -Βασιλειών Β', 5:6-10

Το Σινά είναι όρος που βρίσκεται στην ομώνυμη χερσόνησο  στο βορειοανατολικό άκρο της Αφρικής, στην Αίγυπτο. σε ένα τόπο της οποίας ο Μωυσής είδε σύμφωνα με την Βίβλο την φλεγόμενη βάτο ( έξ. 3:1, 19:1, 20:1) Το υψηλότερο σημείο του όρους είναι στα 2.285μ. Εκεί, σύμφωνα με τη Βιβλική αφήγηση, παρέλαβε τις Δέκα Εντολές από το Θεό ο Μωυσής (Έξοδος 19). Ξόδεψε αρκετό χρονικό διάστημα στο βουνό εκείνο -που ονομάζεται και Χωρήβ- με αποτέλεσμα κάποιοι Εβραίοι να απιστήσουν κατασκευάζοντας και λατρεύοντας έναν χρυσούν μόσχο (Έξοδος). Ο Μωυσής τότε έσπασε οργισμένος τις πλάκες με τις Εντολές και χρειάστηκε να ανέβει δεύτερη φορά για να πάρει καινούργιες.

Ο γερμανός μελετητής Τίσερντοφ ανακάλυψε στο μέρος το Σιναϊτικό κώδικα, ένα χειρόγραφο του 4ου π.χ. αιώνα που περιέχει ολόκληρο το Ιερό Σύγγραμμα της Καινής Διαθήκης.

Άλλη ονομασία της Ιερουσαλήμ. Σιών ήταν το όνομα ενός λόφου της Ιερουσαλήμ, από όπου πήρε το όνομά της ολόκληρη η πόλη, κι αργότερα ολόκληρη η Παλαιστίνη. ( Β΄Βασιλ..5 , Γ΄Βασιλ..8)Έτσι ονομάστηκε από τους Ισραηλίτες και το ανεξάρτητο ισραηλινό κράτος που ιδρύθηκε από τους Εβραίους της διασποράς. Εξ αυτού του ονόματος προέκυψε η ονομασία της ιδεολογίας "σιωνισμός".

Τ? ?ρος Σι?ν ε?ς τ?ν Π.Διαθήκην ?σήμαινε : βασιλεία το? ?ούδα, χώρα το? ?σραήλ, λα?ς το? ?σρα?λ κα? ?περάνω ?λων πνευματικ? ?ερουσαλήμ, ?π? τ?ν ?ποίαν, ?πως λέγει ? προφήτης Μιχα?ας, «θ? προέλθ? ? διδασκαλία κα? ? Νόμος το? Θεο?».

Σιώρ η  Νείλος

1.Ο κυριότερος ποταμός της Αιγύπτου και όλης της Αφρικής και ο μεγαλύτερος ποταμός του κόσμου. Στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται με το όνομά του αλλά ως "Σιώρ", που σημαίνει ταραγμένος (Ιησού του Ναυή 13:3, Ησαΐας 23:3, Ιερεμίας 2:18), ως "ποταμός της Αιγύπτου" (Γένεση 15:18, Αμώς 8:8, 9:5) και ως "ποταμός" (Έξοδος 1:22, 2:3,5). Στον καιρό του Ιησού του Ναυί ο Σιώρ ήταν το φυσικό σύνορο μέσα στο οποίο εκτείνονταν οι πέντε σατραπείες των Φιλισταίων (Ιησού του Ναυή 13:2-3,) 

Πηγάζει από τη λίμνη Βικτωρία της Τανζανίας και έπειτα από διαδρομή περίπου 6648 χλμ. καταλήγει στη Μεσόγειο. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι πλημμύρες καλύπτουν την περιοχή του Δέλτα στην Αίγυπτο, γεγονός που κάνει αρκετά εύφορη την περιοχή. Οι Αιγύπτιοι τον λάτρευαν σαν θεό, πίστευαν δε, πως οι πλημμύρες ήταν αποτέλεσμα του δάκρυ που έχυνε η θεά Ίσις. Στις όχθες του υπήρχαν εύφορα λιβάδια με σπαρτά καθώς και καλαμιές (Ησαΐας 19:6-7). Στην Παλαιά Διαθήκη ο Νείλος έγινε γνωστός σαν ποταμός στου οποίου την όχθη η γυναίκα του Φαραώ, άφησε το Μωυσή μωρό σε ένα κιβώτιο. Επίσης γνωστό στην ιστορία είναι και το γεγονός της μεταβολής των υδάτων του σε αίμα κατά την έξοδο των Ισραιλητών (Έξοδος 7:20). 2.Στον Ιησού του Ναυί (κεφ. 15:52-54) αναφέρεται και ως πόλη ορεινή πλησίον της Χεβρώνας την οποία κληρονόμησε η φυλή του Ιούδα μαζί με τα περίχωρά της.

Τα Σόδομα ήταν μια βιβλική πόλη που έγινε γνωστή από την αιφνίδια καταστροφή της, μαζί με την Γομόρα  η Γόμορα καθώς λέγεται, στο νότιο άκρο της Νεκράς θάλασσας. Τα Σόδομα  μαζί με την  Γομόρα, την Αδαμά, τη Σεβωείμ και τη Σηγώρ αποτελούσαν την πεντάπολη της κοιλάδας Σιδδίμ. Σχετικά με την περιοχή, η Γένεση 13:10 μας λέει ότι: «ολόκληρη ποτίζονταν......ήταν σαν παράδεισος του Κυρίου». Προφανώς επρόκειτο για μια πολύ πλούσια και εύφορη γη. Οι κάτοικοι της θα ήταν πλούσιοι και το επίπεδο ευημερίας τους υψηλό συγκριτικά με άλλες περιοχές. Δεν είχαν πρόβλημα τροφής ή ύδρευσης αφού η γη τους ήταν εύφορη και καλά ποτιζόμενη.  Εκεί ήταν ο τόπος στον οποίο ο Λωτ, ο αδερφός του Αβραάμ, επέλεξε αρχικά να κατοικήσει.

Αναφέρεται τόσο στη Παλαιά Διαθήκη όσο και στη Καινή Διαθήκη με αιτία της ολοκληρωτικής καταστροφής της, από τον Κύριο, τον έκλυτο βίο και την ανηθικότητα των κατοίκων της.

Σοκχώθ ( πόλη των Αμορραίων)

Πόλη ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού, η οποία ανήκε στους Αμορραίους και που ο Μωυσής έδωσε στην φυλή Γάδ όταν οι Ισραηλίτες την κατέλαβαν. Όταν ο Γεδεών κυνήγησε τους βασιλείς των Μαδιανιτών στα περίχωρα της πόλεως, οι κάτοικοι της Σοκχώθ, αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν όντας αποκαμωμένοι από την καταδίωξη, δίνοντάς του προμήθειες, πράγμα που εξαγρίωσε τον Γεδεών, ο οποίος και τους τιμώρησεμε σκληρό τρόπο. ( Κριτ. 8:5)

Πόλη της Χαναάν που βρισκόταν 7 χιλ. ΝΑ της Σαμάρειας καταστράφηκε από τον Αβιμέλεχ (1100π.χ.) αρχική πρωτεύουσά του Βόρειου Βασιλείου που περιλάμβανε τις 10 φυλές διατηρώντας το όνομα Ισραήλ, με πρώτο βασιλιά τον αξιωματικό του Σολομώντα, Ιεροβοάμ. Αργότερα  πρωτεύουσά έγινε η Σαμάρεια. Το Νότιο Βασίλειο αποτελείτο από δύο μόνο φυλές, του Ιούδα και του Βενιαμίν, γι' αυτό κι επικράτησε να λέγεται Ιούδας. Πρώτος του βασιλιάς ήταν ο γιος και διάδοχος του Σολομώντα, Ροβοάμ και πρωτεύουσά του η Ιερουσαλήμ. Το βασίλειο του Ισραήλ, αν και μεγαλύτερο και ισχυρότερο, καταλύθηκε αρκετά νωρίς από τους Ασσύριους, το 722 π.χ. Το Βασίλειο του Ιούδα έζησε περισσότερο. Ωστόσο, κι αυτό στο τέλος, το 587 π.χ., υποτάχθηκε στη δύναμη των Βαβυλωνίων. Από τότε αρχίζει η βαβυλώνια αιχμαλωσία.

Εκεί ο Αβραάμ, εγκαταλείποντας την Ούρ των Χαλδαίων, αφού διέσχισε τη χώρα  που τότε την κατοικούσαν οι Χαναναίοι, ως την περιοχή της Συχέμ ,έχτισε ένα θυσιαστήριο για τον Κύριο που του φανερώθηκε λέγοντας στον Αβραάμ: «Αυτήν τη γη θα τη δώσω στους απογόνους σου».επίσης εκεί εγκαταστάθηκε ο Ιακώβ όταν συμφιλιώθηκε με τον Ησαύ. Επίσης στην Συχέμ ο Ιησούς, ο γιος του Ναυή αφού γέρασε, αποχαιρετώντας τον λαό, τους ζήτησε να μην ακολουθούν τους θεούς των ειδωλολατρών και να πάρουν τη μεγάλη απόφαση να αφοσιωθούν με όλη τους την καρδιά στο Θεό. Και ο λαός απάντησε στον Ιησού: «Ναι, θα λατρεύουμε τον Κύριο, το Θεό μας, και θα υπακούμε στα λόγια του». Έτσι εκείνη την ημέρα … έκανε Διαθήκη με το λαό και τους έδωσε νόμους και εντολές.

Αρχαίο Βιβλικό Βασίλειο η θέση του οποίου προσδιορίζεται κάπου κοντά στη σημερινή Δαμασκό στη Συρία.

Στη Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι ηττήθηκε από τον Βασιλέα Δαυίδ.

(Β' Σαμουήλ 8:3, 10:6 και Α' Βασιλέων ή Α' Βασιλειών 11:23).

Αρχαία πόλη της Συρίας σημερινή Σουρ επί νησίδας παρά τις ακτές του Λιβάνου εκτεινόμενη στην απέναντι ακτή. Σήμερα παραμένει μία μικρή πόλη πέριξ λιμένα με περιορισμένη κίνηση.

Η αρχαία Τύρος κτίσθηκε από αποίκους της Σιδώνας πιθανόν περί το τέλος του 15ου π.χ. αι. Αποτελούσε δύο πόλεις τη Παλαιά κτισμένη επί της ακτής και της Νέας επί των απέναντι δύο νησίδων. Η νέα Πόλη ήταν τόσο ισχυρά οχυρωμένη που θεωρείτο απρόσβλητη. Μετά την εκπόρθηση της μητρόπολής της, Σιδώνας από τους Φιλισταίους το 13ο π.χ. αι. η Τύρος κατέστη και πολυάνθρωπος και μητρόπολη πλείστων αποικιών.

Η ακμή της Τύρου άρχισε να εμφανίζει κάμψη από εσωτερικές έριδες κατά τη διαδοχή του Βασιλέως Χιράμ . Ακολούθησε η απώλεια των αποικιών της και το 876 π.χ. έγινε φόρου υποτελής των Ασσυρίων. Μεγάλες καταστροφές υπέστη κατά τη κατάληψή της το 702 από τον Βασιλέα Σενναχερείμ. Αργότερα το 573 υποχρεώθηκε ν΄ αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Ναβουχοδονόσορα Β, αργότερα το 538 του Βασιλέα των Περσών Κύρου του Πρεσβύτερου.

Όπως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος κατά την εκστρατεία του Ξέρξη κατά των Ελλαδικών πόλεων-κρατών η Τύρος συμμετείχε ως σύμμαχος των Περσών. Το 388 καταλήφθηκε από τον Βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα. Και μετά την ήττα που υπέστη το 385 από το Πέρση Τυρίβαζο περιήλθε πάλι στους Πέρσες. Κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Τύρος αρνούμενη την υποταγή αντιστάθηκε. Κατά τη διάρκεια της επτάμηνης πολιορκίας εφαρμόστηκαν από τους αντιπάλους όλα τα τότε γνωστά μέσα επίθεσης και άμυνας. Τότε εμφανίστηκε η πρώτη ιστορική χρήση του πυρπολικού σκάφους. Τελικά μετά από προσχώσεις και επερχόμενου ρήγματος των τειχών η πόλη καταλήφθηκε παρά τον ηρωισμό των κατοίκων της. Μετά δε την άλωση η Τύρος συνοικίστηκε εκ νέου και λόγω του λαμπρού της λιμένα απέβη από τον Μέγα Αλέξανδρο ένα από τα καλλίτερα ορμητήριά του. Στη Τύρο φυλασσόταν και ο δημόσιος Μακεδονικός Θησαυρός που μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και το φόνο του επιμελητού του στρατηγού Περδίκα παραδόθηκε στον Άτταλο.

Στην ακολουθούμενη διαμάχη των επιγόνων η Τύρος περιήλθε από το Πτολεμαίο στον Αντίγονο, αργότερα πάλι στο Πτολεμαίο και απ΄ αυτού στο Δημήτριο το Πολιορκητή. Μετά τη μάχη της Ιψού, περιήλθε στους Σελευκίδες και αργότερα το 68 π.χ. στους Ρωμαίους, υπερκερασθείσα στην εμπορικότητα πλέον από την Αλεξάνδρεια. Κατά το μεσαίωνα η Τύρος εξακολούθησε να είναι μία από τις ακμάζουσες πόλεις στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τον Ζ' αι. περιήλθε με όλη τη Συρία στους Άραβες (Σαρακηνούς), το 1291 στους Τούρκους και το 1918 εντάχθηκε στη νέα χώρα του Λιβάνου.

 (Π.Δ.) Ο Βασιλεύς της Τύρου Χειράμ (ή Χιράμ) εφοδίασε με ξυλεία (κέδρους) και άλλα υλικά τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα για την ανέγερση του Ναού. Επίσης η αναφερόμενη στη Π.Δ. Ιεζάβελ ήταν κόρη του Βασιλέως της Τύρου. Οι προφήτες είχαν καταδικάσει την πολυτέλεια της πόλης που όμως δίκαια προερχόταν από την οικονομική ακμή της.

(Β' Σαμουήλ 5:11. Α' Βασιλειών κεφ. 5, 9:10-14, 16:31. Ησαΐας κεφ.23).

(Κ.Δ.) Τη Τύρο επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος.

Ταρσός ( πόλη της Μ. Ασίας)

H Ταρσός  είναι πόλη της Μικράς Ασίας στο Βιλαέτι (=Νομαρχία) των Αδάνων επί της σιδηροδρομικής γραμμής Μερσίνης Αδάνων ή οδικώς μισή ώρα με αυτοκίνητο από Μερσίνη. Ο πληθυσμός είναι 216.382 κάτοικοι (απογραφή 2000), αλλά στη μητροπολιτική περιοχή κατοικούν περίπου 2,75 εκατομμύρια άνθρωποι. Η πόλη χαρακτηρίζεται από την μακραίωνη ιστορία της. φαίνεται να κτίσθηκε από τον Βασιλιά των Ασσυρίων Σενναχηρείμ περί το 680 π.χ. προς εξασφάλιση των από νότο κτήσεών του. Ήταν έδρα ίδιου Βασιλέως (Τύραννου) υποτελή του Βασιλέως των Περσών.

Ο Ξενοφών (Αναβ. Ι, 2.23) μνημονεύει τη Ταρσό ως πόλη μεγάλη και ευδαίμονα και ότι καταλήφθηκε από τον Κύρο τον Νεότερο το 401 π.χ.. Διερχόμενος ο Μέγας Αλέξανδρος από την Ταρσό, και λουσθείς στα παγωμένα νερά του Κύδνου, ασθένησε σοβαρά, σωθείς από τον γιατρό του Φίλιππο τον Ακαρνάτο. Κατά τους χρόνους των διαδόχων (Επιγόνων) ανήκε στους Σελευκίδες, κατά δε τον μεταξύ Καίσαρος και Πομπήιου πόλεμο είχε ταχθεί υπέρ του πρώτου. Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, η Ταρσός είχε την προσωρινή ονομασία Αντιόχεια (του Κύδνου, καθώς είναι κτισμένη παρά τις όχθες του Κύδνου ποταμού που ήταν και το σύμβολο στα νομίσματά της). Το όνομα αυτό απαντά κυρίως επί Αντίοχου Δ' (175 – 164 π.Χ).

Σ΄ αυτή την πόλη υποδέχθηκε με μεγαλοπρέπεια ο Μάρκος Αντώνιος τη Βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα. Εδώ πέθανε ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Τάκιτος και εδώ ετάφη ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουλιανός.

Η Ταρσός ήταν ονομαστή για τη φιλολογική και φιλοσοφική σχολή της, αμιλλώμενη εκείνη των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας (Στρ.c 673), υπήρξε δε πατρίς των στωικών φιλοσόφων Αντίπατρου, Αρχέδημου, των δύο Αθηνόδωρων, των δύο γραμματικών Αρτεμίδωρου και Διόδωρου, του τραγικού ποιητή Διονυσίδη και άλλων πολλών που ζούσαν στη Ρώμη.

Επίσης στη Ταρσό υπήρχε πολυάνθρωπη ιουδαϊκή παροικία στην οποία είχε γεννηθεί ο απόστολος Παύλος (Πράξεις θ:11,30, κα:39). Εδώ στη Ταρσό της Κιλικίας επί Διοκλητιανού το 290 υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο είκοσι χριστιανοί. Κατά τις Σταυροφορίες εδώ πέθανε ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' Βαρβαρόσας 1190.

Δεν θα πρέπει να συγχέεται με την Ταρσό της Βιθυνίας που το κανονικό όνομά της ήταν Ταρσία, αλλά ούτε και με το Τάρσιον, πόλη της κάτω Παννονίας, αναφερόμενη από τον Πτολεμαίο, άγνωστη ακόμη και ακαθόριστης θέσης.

Τρωάδα ( η ομηρική Τρωάς = περιοχή)

Ομηρική Τρωάδα

Η Τρωάδα, η ομηρική Τρωάς είναι πανάρχαια ονομασία της περιοχής στην ασιατική πλευρά του Ελλήσποντου, εκεί που ήταν κτισμένη η πόλη της Τροίας. Αργότερα απετέλεσε ΒΔ περιοχή της Μυσίας που κάλυπτε την έκταση από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα προς Βορρά μέχρι του κόλπου του Αδραμηττύου και που μαζί με τη "Φρυγία του Ελλησπόντου" αποτελούσε τη "Μικρή Μυσία".

Κύρια φυσικά γνωρίσματα της περιοχής το όρος Ίδη, ο ποταμός Σκάμανδρος και βέβαια ο Ελλήσποντος

Πόλεις της Τρωάδας ήταν: η Άβυδος, η Αλεξάνδρεια η Τρωάς, η Αμαξιτός, η Δάρδανος, η Ζέλεια, το Ίλιον (Τροία), η Λάρισα, η Σκαμάνδρεια, η Σκήψις και πολλές άλλες.

Την περιοχή αυτή διέσχισε ο Απόστολος Παύλος ερχόμενος από Μυσία (Πράξ. ιστ’, 7-8 & 11).

Έρημος ανάμεσα στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, που διέσχισαν οι Ισραηλίτες κάτω από την αρχηγία του Μωυσή. Απ’αυτή την έρημο ο Μωυσής έστειλε κατασκόπους στην Χαναάν ( Γεν. 14, 21 Αρ. 10,13 )

Οι Φίλιπποι ήταν αρχαία πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας με αρχικό όνομα Κρηνίδες, Το όνομα Κρηνίδες οφείλεται στα άφθονα νερά που πηγάζουν ολόγυρα στην περιοχή που βρίσκεται στον σημερινό νομό Καβάλας. Ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε στους Φιλίππους την πρώτη χριστιανική Εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους. Οι κάτοικοι των Φιλίππων είναι οι πρώτοι κάτοικοι της Ευρώπης που ακούνε το κήρυγμα της νέας θρησκείας.
το 49 ή 50 μ.Χ. ένα πλοίο αποβιβάζει τον Απόστολο Παύλο, τον Τιμόθεο και τον συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων - πιθανότατα τον Λουκά - στη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα. Από τη Νεάπολη μέσω της Εγνατίας οδού φθάνουν στην πόλη των Φιλίππων, όπου και διαμένουν. Κοντά στη δυτική πλευρά του τείχους της πόλης υπήρχε ένα μικρό ποταμάκι όπου ήταν ο τόπος προσευχής των Εβραίων. Εκεί κατευθύνθηκε ο Απόστολος Παύλος ένα Σάββατο με τους συνοδούς του και απεύθυνε για πρώτη φορά το κήρυγμά του στις συγκεντρωμένες γυναίκες. Η Λυδία από τα Θυάτειρα τον ακούει προσεκτικά και πρώτη παίρνει το βάπτισμα της νέας θρησκείας. Έπειτα παρακαλεί τον Παύλο να δεχθεί την φιλοξενία της. Η Λυδία αποτέλεσε την πρώτη Ευρωπαία που βαπτίσθηκε χριστιανή.
Πολλές μέρες ο Απόστολος Παύλος με τους συνοδούς του περπατάει τον δρόμο από την πύλη προς την Εβραϊκή Συναγωγή και διακηρύττει τον λόγο του θεού. Σε όλη την διαδρομή τον ακολουθεί μια γυναίκα δούλη - κατά τον κόσμο των Φιλίππων, δαιμονισμένη - από την μαντική ικανότητα της οποίας οι κύριοί της κέρδιζαν χρήματα. (Πράξεις 16:16),Αυτή η "δαιμονισμένη" δούλη δέχεται το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου και δείχνει πίστη στη νέα θρησκεία.. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να θιγούν τα συμφέροντα των κυρίων της οι οποίοι συνέλαβαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους οδήγησαν στην Αγορά. Εκεί τους έδειραν, τους κακοποίησαν και κατόπιν τους έκλεισαν στη φυλακή. Για τη νύχτα της φυλάκισής τους, το δυνατό σεισμό που έγινε τα μεσάνυχτα και για το βάπτισμα του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του, υπάρχει λεπτομερειακή αφήγηση στις 'Πράξεις των Αποστόλων'. Την επόμενη μέρα τους άφησαν ελεύθερους. Πήγαν στο σπίτι της Λυδίας όπου τους περίμεναν οι πρώτοι Χριστιανοί των Φιλίππων και αφού τους χαιρέτισαν κατευθύνθηκαν για τη Θεσσαλονίκη.
Ο απ. Παύλος θα επισκεφτεί και άλλες φορές τους πιστούς στους Φιλίππους (Πράξεις 20:1, 3-4) και θα τους γράψει ένα πολύ τρυφερό γράμμα (Προς Φιλιππησίους Επιστολή). Οι πιστοί στους Φιλίππους δεν θα ξεχάσουν τον απ. Παύλο και στις ανάγκες του θα του συμπαρασταθούν γενναιόδωρα "εν Θεσσαλονίκη και άπαξ και δις εις την χρείαν μοι επέμψατε" (Φιλιππησίους 4:16). Η οικονομική βοήθεια που επανειλημμένως οι Φιλιππήσιοι έστειλαν στον απ. Παύλο υποστηρίζεται από την οικονομική ευρωστία που γνώρισε η πόλη από το πρώτο μισό του 1ου αιώνα με αποκορύφωμα τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ.

Η Φρυγία στον ιστορικό χάρτη της Μικράς Ασίας.

Το όνομα Φρυγία έφερε μεγάλη περιοχή της σημερινής βορειοκεντρικής Τουρκίας, που περιελάμβανε όλη την έκταση από τα κεντρικά παράλια του Πόντου και κατέληγε νότια στην Αντιόχεια της Πισιδίας και το Ικόνιο.

Είχε προς Β. τη Βιθυνία, προς Δ. τη Μυσία, τη Λυδία και τη Καρία, προς Ν. τη Καβαλίδα και τη Πισιδία και προς Α. τη Γαλατία και τη Λυκαονία. Ονομαζόταν Μεγάλη Φρυγία σε αντιδιαστολή με τη Μικρά Φρυγία (Μυσία). Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο το βόρειο αυτής μέρος ενώθηκε με το Βασίλειο της Περγάμου και ονομάστηκε «Επίκτητος Φρυγία», ενώ τα νότια πήραν το όνομα «Παρώρειος» ή «Πισιδική Φρυγία». Οι κάτοικοι της περιοχής ονομάζονταν Φρύγες.

Κατά την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο, διοικητής της περιοχής, γίνεται ο Κάλας.

 Πόλεις που ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε στο πρώτο Ιεραποστολικό του ταξίδι (Πράξεις β' 10, ιγ' 14)

Εβραική ονομασία του αριστερού παραπόταμου του Ευφράτη, Καβούρ. Ο Πτολεμαίος τον ονόμαζε Χαβώρα ( Α΄Παρ.5:26)

Αρχαία περιοχή που βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και ευφράτη προς τον Περσικό κόλπο, η Βαβυλωνία. Οι κάτοικοί της δηλ. της Βαβυλώνος  ονομάζονταν Χαλδαίοι, λαός που υποδούλωσε τους κατοίκους της κάτω Μεσποταμίας. Βασιλιάς τους ο Ναβουχοδονόσορας ο οποίος τον 6ο π.χ. αιώνα κατέκτησε την Ιουδαία (Γεν.11, Δ΄Βασιλ. 24)

Με το όνομα Χαναάν φέρονται ένα βιβλικό πρόσωπο 1. ο Χαναάν (ο γιος του Χαμ) καθώς επίσης και 2. η γη Χαναάν

Καναάν ή Κναναάν ή Χαναάν) είναι ο αρχαίος όρος για μια περιοχή που αντιστοιχεί περίπου στο σημερινό Ισραήλ/Παλαιστίνη και περιλαμβάνει τη Δυτική Όχθη, τη δυτική Ιορδανία, τη νότια Συρία και τον Λίβανο έως τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας.

Έχουν ανασκαφεί διάφορες αρχαιολογικές θέσεις της Καναάν, με περισσότερο γνωστή την Καναανιτική πόλη Ουγγαρίτ, που ξαναανακαλύφθηκε το 1928. Ένα μεγάλο μέρος της γνώσης μας για τους Καναανίτες προέρχεται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές.

Σε ό,τι αφορά στο γλωσσολογικό εννοιολογικό πλαίσιο, η λέξη Καναανιτικός/ή/ό αναφέρεται στον κοινό πρόγονο των συσχετιζόμενων φοινικικών γλωσσών, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται η Εβραϊκή γλώσσα και η Ουγκαριτική. Ήταν η πρώτη γλώσσα που χρησιμοποίησε το φοινικικό αλφάβητο, από το οποίο άντλησαν άλλες γλώσσες τη γραπτή τους έκφραση.

Το όνομα Καναάν είναι αμφίβολης προέλευσης αλλά είναι εξαιρετικά αρχαία. Οι πρώτες αναφορές εμφανίζονται κατά την 3η χιλιετία π.χ.. Η βιβλική ερμηνεία ότι προέρχεται από τον Καναάν τον γιο του Χαμ και εγγονό του Νώε, η γενιά του οποίου αντιστοιχεί στα ονόματα των καναανιτικών φυλών στην Γεν. 10.

Σήμερα η λέξη Καναανίτης ή Καναανιτικός/ή/ό περιγράφει οτιδήποτε ανήκει στην Καναάν, ιδιαίτερα τον πολιτισμό της, τις γλώσσες και τους κατοίκους της.

Από πολύ νωρίς οι Καναανίτες απέκτησαν σημαντική φήμη ως έμποροι σε μια μεγάλη περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Υπάρχουν περιπτώσεις στην Βίβλο όπου το όνομα 'Χαναναίοι' χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του 'έμπορος'. Υποδεικνύει πιθανώς τη συγκεκριμένη όψη του Καναανιτικού πολιτισμού καθώς οι ίδιοι οι έμποροι περιέγραφαν τον εαυτό τους ως Καναανίτες.

Χαρράν( αρχαία πόλη)

Η Χαρράν ήταν αρχαία πόλη της Μεσοποταμίας, στη σημερινή Τουρκία, 44 χλμ ΝΑ της πόλης Ούρφα (η αρχαία Έδεσσα). Αναφέρεται στη Βίβλο αλλά και σε ασσυριακές επιγραφές. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο βρισκόταν στο σύνορο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας με τους Πέρσες. Στον ελληνικό κόσμο ήταν γνωστή ως Κάρραι. Κατά την Παλαιά Διαθήκη, στη Χαρράν μετακινήθηκε ο Αβραάμ και έζησε εκεί μέχρι τα 75 χρόνια του, όταν μετά από θεϊκή εντολή πήρε μαζί του τη γυναίκα του Σάρα , τον Λωτ, όλα τα υπάρχοντά τους και όλους τους υπηρέτες που είχαν αποκτήσει στη Χαρράν, και έφυγαν για τη γη Χαναάν. Σε άλλο σημείο της Π. Διαθήκης αναφέρεται ότι σε ένα πηγάδι στη Χαρράν ο Ιακώβ συνάντησε τη Ραχήλ και τους βοσκούς, αλλά και ότι ο Αδάμ με την Εύα στη Χαρράν κατέφυγαν όταν εκδιώχθηκαν από τον Κήπο της Εδέμ.Η Χαρράν αποτέλεσε τμήμα της Ασσυριακής αυτοκρατορίας μάλιστα ήταν η τελευταία πόλη που έπεσε στα χέρια των Περσών. Το 331 π.χ. καταλήφθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο και μετά τον θάνατό του πέρασε στους Σελευκίδες οι οποίοι ίδρυσαν εκεί μακεδονική στρατιωτική αποικία. Αργότερα αποτέλεσε τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εδώ μάλιστα δολοφονήθηκε το 217 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Καρακάλλας. Στη Χαρράν το 53 π.χ. ο ρωμαϊκός στρατός, υπό την ηγεσία του Μάρκου Λικίνιου Κράσσου, γνώρισε ταπεινωτική ήττα από τους Πάρθους. Στη συνέχεια πέρασε στην κυριαρχία της Περσικής αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, και αργότερα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού εκεί κατέφυγαν οι τελευταίοι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Αργότερα αποτέλεσε πρωτεύουσα του αραβικού χαλιφάτου των Ομεϋαδών. Την εποχή των Ομεϋαδών γνώρισε μεγάλη ακμή και αποτέλεσε κέντρο μετάφρασης ελληνικών βιβλίων στην αραβική γλώσσα.Πράξεις Αποστόλων , κεφ. 7 - Γένεσις ΙΒ. 1 – 7. - Γένεσις 29:2-4,8,11

Χαττούσα  η Χαττούς (πόλη των Χετταίων)

Πρωτεύουσα των Χετταίων.

Χεβρών‘συμμαχία’( πόλη της Παλαιστίνης)

Πόλη της Παλαιστίνης  35χιλ. απόσταση από την Ιερουσαλήμ. Ήταν παλιά βασιλική πόλη της Χαναάν, η οποία εκτίσθη επτά έτη προ της Τάνεως της Αιγύπτου στην περίοδο της εικοστής Δυναστείας των Φαραώ.( Αρ.13:22)

Η Χεβρών της οποίας το όνομα ήταν και Κιριάθ-αρβά, από τον Αρβά έναν άνθρωπο μεταξύ των αρχόντων της φυλής Ανακείμ ( Αμορραίους), τους οποίους ο Χάλεβ ενίκησε σε μάχη που έδωσε εναντίον τους, κατέκτησε την πόλη και την έλαβε ως μερίδιο για λογαριασμό του ιδίου και της συγγένειας του, μεταξύ των υιών της φυλής του Ιούδα. (Ιη. Να. 14:13-15 & 15:13-20) Τότε βασιλιάς των Αμορραίων επί της Χεβρών ήταν ο Ωάμ, ένας από τους πέντε βασιλείς των Αμορραίων, ( Ιη. Να. 10:3)    ο οποίος μετά την ήττα που υπέστη στην Γαβαών από τους Ισραηλίτες με επικεφαλής τον Ιησού του Ναυί, βρήκε με τους υπόλοιπους βασιλείς των Αμορραίων οικτρό θάνατο έξω από το σπήλαιο όπου είχαν καταφύγει για να σωθούν. (Ιη. Να.10:23)

Πολύ πριν από την μετοικεσία τους στην Αίγυπτο και την έξοδο τους από αυτήν, στα μέρη τα ορεινά και τα πεδινά της Χεβρώνας κατοικούσαν και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ με τα αδέλφια του.
Στην τοποθεσία της ο Αβραάμ αγόρασε το σπήλαιο Μαφέλ στον αγρό Μαχπελάχ για να θάψει την γυναίκα του την Σάρρα. ( Γεν 23:9) Αργότερα ο Δαβίδ στέφθηκε εδώ βασιλιάς του Ιούδα, στην συνέχεια  και του Ισραήλ ενώ έμεινε για επτάμιση χρόνια πριν κατέβει στην Ιερουσαλήμ για να συνεχίσει να είναι βασιλιάς σε όλο τον Ισραήλ και τον Ιούδα για άλλα 33 χρόνια. Στην διάρκεια των επτάμιση χρόνων γεννήθηκαν εις αυτόν έξι υιοί( Β΄Σαμ. 2:11, Α΄Χρον. 1:4)  Σ’αυτή την πόλη επίσης ο Ιωάβ αρχιστράτηγος του Δαυίδ δολοφόνησε τον Αβενήρ τον υιό του Νήρ αρχιστράτηγο του Σαούλ, σε αντίποινα για τον θάνατο του αδελφού του Ασαήλ.( Σαμουήλ 3:27) Εκεί επίσης κατέφυγε ο Αβεσσαλώμ, όταν επαναστάτησε κατά του πατέρα του για να τον ανατρέψει.

Η Χεβρών και τα περίχωρά της θα πρέπει αργότερα να τα κατοικήθηκε και από την φυλή του Λευί, ενώ θα πρέπει να υπήρξε και πόλη καταφυγής η προστασίας  εκείνων που είχαν διαπράξει εγκλήματα.( Ιη. Να. 21:13) 

Σήμερα η Χεβρώνα βρίσκεται στην περιοχή της Δυτικής όχθης περιοχή διαφιλονικούμενη με τους Παλαιστινίους, γι’ αυτό και δημιουργούνται συνέχεια εντάσεις. Από μαρτυρίες  περιηγητών, εκεί είναι ένα τζαμί των Μουσουλμάνων κατοίκων, το Αλ Καλίλ ( φίλος του Θεού) που σύμφωνα με την παράδοσή τους, μέσα σ’ αυτό βρίσκεται ο τάφος του Πατριάρχου Αβραάμ, στον οποίο αποδίδουν μεγάλες τιμές.

Χοραζείν(κωμόπολη της Γαλιλαίας)

Κωμόπολη της Γαλιλαίας η σημερινή Κεραζέ (Ματθ 11:21)

Το Χωρίον των Ποιμένων είναι μία τοποθεσία - οικισμός ανατολικά της Βηθλεέμ της Ιουδαίας καθώς και της γύρω πεδινής έκτασης, γνωστός ως Beit Sahur αν και σήμερα έχει σχεδόν ενωθεί με τη πόλη, παρότι αποτελεί ξεχωριστό δήμο. Κατοικείται αποκλειστικά από Άραβες χριστιανούς και μουσουλμάνους.

Η τοποθεσία αυτή είναι συνδεδεμένη τόσο με την Παλαιά Διαθήκη, με αναφορά στη Ναομί, την πιστή και αφοσιωμένη Μωαβίτισσα νύφη της Ρουθ, που μάζευε τα στάχυα που έμεναν πίσω από τους θεριστές στους αγρούς του Βοόζ, προγόνου του Δαυίδ, όσο και στη Καινή Διαθήκη με αναφορά στους ποιμένες που ξαγρυπνούσαν φυλάγοντας τα ποίμνιά τους στους ίδιους αυτούς αγρούς, όταν Άγγελος τους ανήγγειλε τη Γέννηση του Θεανθρώπου. Από τους απλοϊκούς αυτούς ποιμένες πήρε το όνομα το μικρό αυτό χωριό, ο αγρός καθώς και η εκκλησία που κτίσθηκε αργότερα προς τιμή τους

Ωρ ( όρος)

Υπάρχουν  δύο βουνά που ονομάζονται Ωρ.

1.Στο πρώτο πέθανε και τάφηκε εκεί ο Ααρών (Αριθμοί 33:37-38,)

37 ‘Και σηκωθέντες από Κάδης, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Ωρ, κατά το άκρον της γης Εδώμ.
38 Και ανέβη Ααρών ο ιερεύς, διά προσταγής του Κυρίου, εις το όρος Ωρ και απέθανεν εκεί, το τεσσαρακοστόν έτος της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου, τον πέμπτον μήνα· την πρώτην του μηνός.’ 

2. ενώ το δεύτερο ήταν σύνορο της χώρας των Ισραηλιτών (Αριθμοί 34:7,8).7 ‘Και ταύτα θέλουσιν είσθαι τα αρκτικά όριά σας· από της μεγάλης θαλάσσης θέλετε θέσει όριόν σας το όρος Ωρ· 
8 από του όρους Ωρ θέλετε θέσει όριόν σας έως της εισόδου Αιμάθ, και θέλει προχωρεί το όριον εις Σεδάδ·’