Τα βιβλία της Αγίας Γραφής
πίσω στην αρχικήΠαλαιά Διαθήκη
- Αββακούμ
- Αγγαίος
- Αμώς
- Αριθμοί
- Άσμα Ασμάτων
- Βασιλέων Α'
- Βασιλέων Β'
- Γέννεσις
- Δανιήλ
- Δευτερονόμιον
- Εκκλησιαστής
- Έξοδος
- Έσδρας
- Εσθήρ
- Ζαχαρίας
- Ησαΐας
- Θρήνοι
- Ιεζεκιήλ
- Ιερεμίας
- Ιησούς Του Ναυή
- Ιώβ
- Ιωήλ
- Ιωνάς
- Κριταί
- Λευιτικόν
- Μαλαχίας
- Μιχαίας
- Ναούμ
- Νεεμίας
- Οβδιού
- Παροιμίαι
- Ρουθ
- Σαμουήλ Α'
- Σαμουήλ Β'
- Σοφονίας
- Χρονικών Α'
- Χρονικών Β'
- Ψαλμοί
- Ωσηέ
Καινή Διαθήκη
- Επιστολή Ιούδα
- Επιστολή Ιωάννου Α'
- Επιστολή Ιωάννου Β'
- Επιστολή Ιωάννου Γ'
- Ιακώβου
- Κατά Ιωάννην
- Κατά Λουκάν
- Κατά Μάρκον
- Κατά Ματθαίον
- Πέτρου Α'
- Πέτρου Β'
- Πράξεις Των Αποστόλων
- Προς Γαλάτας
- Προς Εβραίους
- Προς Εφεσίους
- Προς Θεσσαλονικείς Α'
- Προς Θεσσαλονικείς Β'
- Προς Κολοσσαείς
- Προς Κορινθίους Α'
- Προς Κορινθίους Β'
- Προς Ρωμαίους
- Προς Τιμόθεον Α'
- Προς Τιμόθεον Β'
- Προς Τίτον
- Προς Φιλήμονα
- Προς Φιλιππησίους
Προς Θεσσαλονικείς Α’
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
Την εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά την δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του( πράξ. 17, 1-10 ), όταν μετά τους Φίλιππους, που ήταν ο πρώτος σταθμός της ιεραποστολικής δραστηριότητάς του στο ευρωπαϊκό έδαφος, έφθασε στην Θεσσαλονίκη μαζί με τον Τιμόθεο, γύρω στο έτος 50. Ο Παύλος αναγκάστηκε να φύγει από την Θεσσαλονίκη πολύ σύντομα, διότι η μεγάλη επιτυχία του έργου του εξόργισε τους εκεί Ιουδαίους. Από την Αθήνα στέλνει τον Τιμόθεο στη Θεσσαλονίκη, για να ενθαρρύνει και να υποστηρίξει στην πίστη τους Θεσσαλονικείς. Σε λίγο ο Τιμόθεος ξανασυναντά τον Παύλο στην Κόρινθο και του κομίζει ευχάριστες πληροφορίες για τους νέους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης καθώς και ορισμένα ερωτήματά τους. Έτσι ο Παύλος στέλνει από την Κόρινθο το έτος 51 στους Θεσσαλονικείς την 1η επιστολή του. Δεν άργησε να ακολουθήσει και 2η . Πρόκειται για τα πρώτα γραπτά κείμενα του Παύλου και ολόκληρης της Καινής Διαθήκης.
Τα κεντρικά θέματα της Α΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολής είναι τα εξής.
Α. Η στοργή και το ενδιαφέρον του Παύλου για τους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης. Μετά το προοίμιο της επιστολής υπενθυμίζει ο απόστολος στους αναγνώστες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην πόλη τους, τους πολλούς αγώνες και τις θλίψεις του καθώς και τα ελατήρια που τον οδήγησαν εκεί. Η αγάπη και η στοργή κατηύθυναν το έργο του, καθώς και η επιθυμία να μεταδώσει στους Θεσσαλονικείς όχι μόνο το ευαγγέλιο αλλά και την ψυχή του, ‘σαν μητέρα που φροντίζει τα παιδιά της’. Απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντός του αποτελεί η αποστολή του Τιμόθεου προς αυτούς και η χαρά του για τις μεγάλες ειδήσεις που του έφερε. Επίσης η σφοδρή επιθυμία του να τους επισκεφθεί και πάλι και η θλίψη του, γιατί αυτό δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί προς το παρόν. Ο Παύλος επιμένει τόσο έντονα στην αποσαφήνιση των ελατηρίων του κηρύγματός του και στην υπογράμμιση της στοργής του γι’ αυτούς, ώστε άρει κάθε τυχόν υποψία τους ότι ήταν κάποιος φιλόδοξος πλανόδιος κήρυκας που διέδιδε τις ιδέες του από πόλη σε πόλη.
Β. Η ηθική καθαρότητα και Φιλαδέλφεια. Η νέα πίστη απαιτεί νέο ήθος από τον άνθρωπο. Το νέο ήθος είναι η συμμόρφωση προς το θέλημα του Θεού, που συνιστάται στον εξαγνισμό και την αποφυγή της πορνείας, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να υποπέσουν οι χριστιανοί, ιδίως ‘οι εξ εθνών χριστιανοί’ στις αμαρτωλές συνήθειες της πρώην εθνικής θρησκείας τους, γι’ αυτό ο Παύλος υπογραμμίζει γενικά στις επιστολές του και ιδιαίτερα εδώ την απόλυτη απαίτηση του Θεού για ηθική καθαρότητα.
Γ. Η ανάσταση των ‘κεκοιμημένων’. Φαίνεται ότι ένα από τα ερωτήματα των Θεσσαλονικέων αναφερόταν στην τύχη των ήδη ‘κεκοιμημένων’ μελών της κοινότητας. Τι πρόκειται να συμβεί μ’ αυτούς; δεν θα παρευρεθούν στην παρουσία του Κυρίου; οι ζώντες θα βρίσκονται σε πιο πλεονεκτική θέση; ο Παύλος απαντά ‘εν λόγω Κυρίου’ προβάλλοντας την ελπίδα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των χριστιανών σε σχέση με τους λοιπούς κα τονίζοντας τη στενή συσχέτιση ανάστασης του Χριστού και ανάστασης των κεκοιμημένων χριστιανών. Κατά την παρουσία του Κυρίου οι κεκοιμημένοι θα ξυπνήσουν και μαζί με τους ζώντες εκείνη την ώρα θα συναντήσουν τον Κύριο για να ζήσουν μαζί του. Σε σχέση με το ερώτημα, πότε θα γίνει το γεγονός αυτό, πότε θα έρθει η ‘ημέρα του Κυρίου’ ο Παύλος απαντά ότι το ‘πότε’ δεν είναι γνωστό, θα έρθει όμως ‘όπως ο κλέφτης τη νύχτα’ και γι αυτό απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση εκ μέρους των ανθρώπων και ζωή που αρμόζει σε ‘ανθρώπους του φωτός και της ημέρας’.
Δ. Διάφορες προτροπές για υπακοή στους ‘προϊσταμένους’ της εκκλησίας για αγαθοεργία, αδιάλειπτη προσευχή, για διατήρηση των πνευματικών χαρισμάτων κλπ.
Διάγραμμα του περιεχομένου
1,1 – 1,10 Προοίμιο, ευχαριστία του Παύλου για «το έργον της πίστεως, τον κόπον της αγάπης και την υπομονή της ελπίδος» στους διωγμούς και τις θλίψεις
2,1 – 2,12 Οι αγνές προθέσεις του κηρύγματος του Παύλου σε αντίθεση με τους ιδιοτελείς σκοπούς των άλλων κηρύκων
2,13 – 2,20 Υπόμνηση των διωγμών και ενδιαφέρον του Παύλου για επανεπίσκεψη
3,1 – 3,13 Παρηγοριά του Παύλου από την επίσκεψη του Τιμοθέου
4,1 – 4,12 Παραγγέλματα για ηθική καθαρότητα και Φιλαδέλφεια
4,13 – 4,18 Η ανάσταση των νεκρών
5,1 – 5,11 Ο χρόνος της ελεύσεως του Κυρίου και η επαγρύπνηση των πιστών
5,12 – 5,28 Προτροπές για πνευματική ζωή, επίλογος
