η αμαρτία και τα όριά της
Αμαρτία και ανθρώπινη κατάσταση:
Όταν ένας άνθρωπος από μικρό παιδί βομβαρδίζεται με λάθος πρότυπα και του προβάλλεται μια «ζωή» χωρίς φραγμούς κι αξίες, -αρκεί να είναι εύκολη,- τότε αναπόφευκτα οδηγείται στην αμαρτία. Επειδή όμως η αμαρτία οδηγεί στον θάνατο, ο άνθρωπος αυτός περιφέρεται στον κόσμο πνευματικά ως «νεκρός»! Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, γιατί ο Χριστός εμφαντικά έλεγε σε κάποιον: «Άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς συ ακολούθει μοι», (Ματθ.8:22) Και να ερευνήσουμε επίσης, γιατί ο απόστολος Παύλος λέει, ότι όσοι αμαρτάνουν «υστερούνται της δόξης του Θεού»; (Ρωμ.3:23) Εμείς πιστεύουμε ότι η αμαρτία αποκόπτει τον άνθρωπο από τον Θεό, γιατί είναι αντίθετη στην φύση Του, και πως γι αυτό ο «μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος…». (Ρωμ.6:23)
Αμαρτία και Νόμος
Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής με την καθοδήγηση του Κυρίου έκανε γνωστό τι είναι αμαρτία και νομοθετώντας την ποινικοποίησε, δείχνοντας πως κάθε παράβαση έχει συνέπειες. Όπως λέει ο Παύλος: «Δεν εγνώρισα την αμαρτίαν, ειμή διά του νόμου· διότι και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εάν ο νόμος δεν έλεγε· Μη επιθυμήσης» (Ρωμ.7:7) Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς δεν περιορίζεται στην εξωτερική παράβαση αλλά πηγαίνει βαθύτερα…Χτυπά την αμαρτία στη ρίζα της, εκεί όπου γεννιέται, μέσα στην καρδιά και τη σκέψη του ανθρώπου, δηλαδή την επιθυμία που γεννά την πράξη!
Ο Κύριος θεραπεύει την αιτία, ελευθερώνοντας τον άνθρωπο όχι μόνο από τις πράξεις αλλά και από τα δεσμά των επιθυμιών που οδηγούν σε αυτές. Βέβαια, όπου η αμαρτία φάνηκε στο ποιο τρομακτικό της μέγεθος, εκεί η χάρη Του Θεού υπερεπερίσσευσεν, την υπερκάλυψε δηλαδή με το παραπάνω! (Ῥωμ. 5:20)
Η στάση του πιστού απέναντι στην αμαρτία
‘Οσοι έχουν γνωρισθεί υπό του Θεού, στην περίπτωση που εξακολουθούν ν’ αμαρτάνουν, σφάλουν αν πιστεύουν ότι η χάρη του Χριστού θα περισσεύει σ’ αυτούς. Ο Παύλος το εξηγεί καθαρά: «Τι λοιπόν; θέλομεν επιμένει εις την αμαρτίαν διά να περισσεύση η χάρις; Μη γένοιτο» (Ρωμ.6:1–2). Όσοι αναζητούν δικαίωση στον Χριστό και επικαλούνται το όνομά Του, οφείλουν να απομακρύνονται από κάθε αδικία. Ο Παύλος λέει: «Γνωρίζετε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι διάκονος της αμαρτίας» (Γαλ.2:17), και ο Τιμόθεος συμπληρώνει: «Απομακρύνθητε από της αδικίας πας ο ονομάζων το όνομα του Χριστού»(Β΄Τιμ.2:19).
Όταν ο Χριστός έρχεται στη ζωή του πιστού, του δίνει πνευματική δύναμη να σταθεί και να μην αμαρτάνει. Όπως γράφει ο Τίτος: «Ώστις έδωκεν εαυτόν υπέρ ημών, διά να μας λυτρώση από πάσης ανομίας»(Τίτ.2:14). Και ο Ιωάννης επισημαίνει: «Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού φυλάττει εαυτόν, και ο πονηρός δεν αγγίζει αυτόν» (Α΄Ιωάν.5:18).
Ο απόστολος Παύλος θέτει το ερώτημα: Αν μετά την είσοδό μας στην χάρη του Χριστού εξακολουθούμε ν’ αμαρτάνουμε, τι το όφελός μας, όταν εξ αιτίας μιας τέτοιας διαγωγής θα χανόταν το νόημα της αναγέννησής μας και η χαρά της ελευθερίας μας; Εάν πεθάναμε ως προς την αμαρτία, πως γίνεται να ζούμε ακόμα κάτω από την εξουσία της; Θυμηθείτε τον «παλαιό άνθρωπο», τον άνθρωπο της αμαρτίας που κάποτε ήμασταν. Δεν τον ενταφιάσαμε με το βάπτισμά μας στο νερό; Ο Παύλος μας παρακαλεί αντί του Κυρίου λέγοντας: «Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, διά των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσητε τα σώματά σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία, και μη συμμορφόνεσθε με τον αιώνα τούτον, αλλά μεταμορφώνεστε διά της ανακαινίσεως του νοός σας, ώστε να δοκιμάζητε τι είναι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον». (Ρωμ.12:1-2)
Μια Φαινομενική αντίφαση Παύλου-Ιωάννη
Χωρίς να κηρύττει το ευαγγέλιο «αναμαρτησία», μας προτρέπει «να μην αμαρτάνουμε». Ενώ δηλαδή ο απόστολος Παύλος μας λέει ότι «πως δεν μπορούμε να ζούμε μέσα στην αμαρτία και να ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε στον Χριστό», (Γαλ.5:16) ο Ιωάννης μας λέει, πως «εξαπατούμε τον εαυτό μας και δε λέμε την αλήθεια, αν ισχυριστούμε πως είμαστε αναμάρτητοι». (Α΄Ἰωάν.1:8).
Εδώ βέβαια δεν έχουμε δυο διαφορετικές αντιλήψεις η κάποια αντίφαση η διαφωνία περί αμαρτίας αλλά από την ίδια αφετηρία ορμώμενοι, προσπαθούν να κάνουν σε όλους κατανοητό και ευτυχώς για μας με πολλούς τρόπους, ότι ο πιστός οφείλει να ζει με μετάνοια και να απομακρύνεται από την αμαρτία. (Ιωαν.5:14, 8:11)
Ο Παύλος λέει πως η ζωή στην αμαρτία, (δηλαδή μια συνειδητή και αμετανόητη στάση αμαρτωλής ζωής), είναι ασυμβίβαστη με την πνευματική ζωή του πιστού.
Ο Ιωάννης σημειώνει, ότι «όποιος λέει πως είναι χωρίς αμαρτία εαυτόν πλανά» (Α΄Ιωάν.1:8). Δείχνοντας έτσι πως είναι αμαρτίες που παραμένουν ακόμη και στον αναγεννημένο άνθρωπο όχι βέβαια ως επιλογή αλλά ως «ανθρώπινη αδυναμία». Καθήκον όμως του πιστού είναι ν’ αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του, να μην δικαιολογεί την αμαρτία του, να μετανοεί και να ζητά τη χάρη του Θεού.
Εκούσιες και ακούσιες αμαρτίες
Υπάρχουν οι εκούσιες αμαρτίες, εκείνες που ο άνθρωπος διαπράττει με τη θέλησή του, παρακινούμενος από τα πάθη του. Όπως λέει ο Παύλος «Τα δε έργα της σαρκός είναι φανερά· τα οποία είναι μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια…» (Γαλ. 5:19). Αυτές είναι οι λεγόμενες «θανάσιμες αμαρτίες», γιατί χωρίζουν τον άνθρωπο από τη χάρη του Θεού. Υπάρχουν όμως και οι αμαρτίες από αδυναμία, οι ακούσιες, όταν ο άνθρωπος σφάλλει χωρίς πρόθεση, όπως αναφέρει ο Ιωάννης: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, θέλει ζητήσει και θέλει δώσει εις αυτόν ζωήν…» (Α΄Ιωάν.5:16). Αυτές δεν οδηγούν στον πνευματικό θάνατο αλλά χρειάζονται μετάνοια και επιστροφή.
Όταν ένας αναγεννημένος χριστιανός αμαρτήσει
Ο δίκαιος διαφέρει ουσιαστικά από τον ασεβή, όχι γιατί δεν αμαρτάνει ποτέ αλλά γιατί ζει μέσα του το Πνεύμα του Θεού το οποίο τον ελέγχει, τον διδάσκει και τον επαναφέρει στην αλήθεια… Κι αν ο πιστός σφάλλει, ο λόγος του Θεού λέει: «Όστις αποκρύπτει τας αμαρτίας αυτού, δεν θέλει ευοδωθή· όστις όμως εξομολογείται και παραιτείται απ’ αυτών, θέλει ελεηθή.» (Παρ.28:13)Κι ακόμη: «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, είναι πιστός και δίκαιος να συγχωρήση εις ημάς τας αμαρτίας, και να καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας.» (Α΄Ιωάν.1:9) Όποιος όμως αρνείται να αναγνωρίσει την αμαρτία του, «βγάζει ψεύστη τον Θεό, και ο λόγος αυτού δεν είναι εν ημίν.» (Α΄Ιωάν.1:10)
Διάκριση βαριών αμαρτημάτων και πταισμάτων
Η Αγία Γραφή δεν χρησιμοποιεί νομικούς όρους όπως «βαριά» ή «ελαφρά» αμαρτήματα, όμως κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε εκείνες τις αμαρτίες που φέρνουν πνευματικό θάνατο και σε εκείνες που προέρχονται από ανθρώπινη αδυναμία και γίνονται αποδεκτές για συγχώρηση με μετάνοια.
Ο όρος «πταίσμα» υπάρχει στη Γραφή και σημαίνει σφάλμα, παροδική πτώση, όχι συνειδητή αποστασία.
Ο Ιάκωβος λέει: «Πολλά πταίομεν άπαντες· εάν τις δεν πταίει εις λόγον, ούτος είναι τέλειος ανήρ.» (Ιακ.3:2)Και
Ο Πέτρος επισημαίνει την ανάγκη συνεχούς επαγρύπνησης: «Ταύτα πράττοντες δεν θέλετε πταίσει ποτέ.» (Β΄ Πέτρ. 1:10)
Ο Παύλος μιλάει για έργα που δείχνουν την βαρύτητα της αμαρτίας: «Τα δε έργα της σαρκός είναι φανερά· τα οποία είναι μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, μαγεία, εχθροπραξία, φιλονικία, ζηλοτυπία, θυμός, φιλαργυρία, μέθαι, κολακεία, και τα τοιαύτα· περί των οποίων προλέγω υμίν, καθώς προείπον, ότι οι πράττοντες τα τοιαύτα δεν θέλουν κληρονομήσει την βασιλείαν του Θεού.»(Γαλ. 5:19–21)
Αντίθετα, οι αμαρτίες που γίνονται από αδυναμία, χωρίς πρόθεση, αναφέρονται από τον Ιωάννη ως: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, θέλει ζητήσει και θέλει δώσει εις αυτόν ζωήν…»(Α΄ Ιωάν. 5:16)
Η ουσία βρίσκεται όχι στο μέγεθος της πράξης, αλλά στη στάση της καρδιάς απέναντι στη χάρη του Θεού.
Οι θανάσιμες αμαρτίες οδηγούν στην αποκοπή από τη χάρη και στη συνειδητή αποστασία.
Τα πταίσματα ή «μη θανάσιμες αμαρτίες» είναι ανθρώπινες πτώσεις που θεραπεύονται με μετάνοια και εξομολόγηση.
ΤΕΛΟΣ να πούμε πως ανάμεσα στις αμαρτίες, η Γραφή ξεχωρίζει την βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Παράκλητου, την οποία εξετάζουμε σ’ άλλη ενότητα για τον πολύ σοβαρό λόγο ότι είναι ασυγχώρητη. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την πλήρη, συνειδητή και οριστική απόρριψη του Προσώπου του Αγίου Παρακλήτου, Εκείνου που ελέγχει την αμαρτία, φωτίζει την αλήθεια και οδηγεί τον άνθρωπο στη μετάνοια. (Ιωάν.16:8–13).
Επίλογος
Η αμαρτία στη ζωή του αναγεννημένου δεν είναι το τέλος αλλά μια πρόσκληση για επιστροφή και αποκατάσταση. Ο δρόμος του χριστιανού δεν είναι δρόμος τελειότητας χωρίς σφάλμα αλλά δρόμος μετάνοιας, ταπείνωσης και αγιασμού.
Όπως γράφει ο Ιωάννης: «Τεκνία μου, ταύτα σας γράφω διά να μη αμαρτήσητε· και εάν τις αμαρτήση, έχουμεν παράκλητον προς τον Πατέρα, τον Ιησούν Χριστόν τον δίκαιον.» (Α΄Ιωάν.2:1)
Ο Χριστός δεν απορρίπτει τον αμαρτωλό που επιστρέφει· καλεί τον καθένα να μετανοήσει, να σηκωθεί, και να περπατήσει πάλι μέσα στο φως Του.
Γιάννης Μαστοράκος
