Μέρος 1ο : Ποιον αποκαλούμε «διωκόμενο Χριστιανό»
Όταν μιλούμε ιστορικά για διώξεις, δεν εξετάζουμε την εσωτερική ποιότητα της πίστης κάθε προσώπου αλλά το «θρησκευτικό του υπόβαθρο» και την «ταυτότητα» με την οποία αναγνωρίζεται και στοχοποιείται.
1. Ιστορία και ταυτότητα – όχι συνείδηση
Ο διώκτης δεν ερευνά συνειδήσεις. Δεν διακρίνει αν ο άλλος είναι θεολογικά άρτιος, πλανημένος, τυπικός ή άγιος. Τον διώκει επειδή φέρει το όνομα «Χριστιανός».
Ο ίδιος ο Χριστός το προείπε αποκαλύπτοντας όχι μόνο τη βία αλλά και το είδος της πλάνης που τη συνοδεύει: «..έρχεται ώρα, καθ’ ην πας όστις σας θανατώση θέλει νομίσει ότι προσφέρει λατρείαν εις τον Θεόν». (Ιωαν.16:2,9:22)
Εδώ φανερώνεται μια κρίσιμη αλήθεια: Ο διωγμός δεν προέρχεται πάντοτε από συνειδητό μίσος αλλά συχνά από στρεβλή βεβαιότητα. Από ανθρώπους που νομίζουν ότι υπηρετούν τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα Τον αγνοούν. Γι’ αυτό και ο Κύριος συμπληρώνει:«Και ταύτα θέλουσι σας κάμει, διότι δεν εγνώρισαν τον Πατέρα ουδέ εμέ.» (Ιωαν.16:3)
Η ιστορία, λοιπόν, εργάζεται με «ονόματα, ταυτότητες και κατηγορίες». Καταγράφει θύματα με βάση το πώς ονομάστηκαν, όχι το τι έκρυβε η καρδιά τους. Ο Θεός, αντίθετα, εργάζεται με καρδιές. «…Δεν βλέπει καθώς βλέπει ο άνθρωπος· διότι ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενον, ο δε Κύριος βλέπει την καρδίαν. (Α΄Σαμ.16:7)
Γι’ αυτό και ο «διωκόμενος Χριστιανός» στην ιστορία δεν ορίζεται από την τελειότητά του αλλά από το όνομα που φέρει και την ομολογία που του αποδίδεται, είτε δικαίως είτε αδίκως.
2.Δίωξη και μαρτυρία
Η δίωξη δεν δημιουργεί την αλήθεια. Την «αποκαλύπτει». Δεν μετατρέπει έναν άνθρωπο σε χριστιανό…Φανερώνει αν αυτό που δηλώνεται ως ταυτότητα είναι «ζωντανή σχέση ή απλή ετικέτα». Η πίεση, ο φόβος και το κόστος δεν γεννούν πίστη, δοκιμάζουν αν η πίστη «υπάρχει»…Γι’ αυτό και η ιστορία καταγράφει «διωκόμενους» και όχι «μάρτυρες».
Η ιστορία εργάζεται με εξωτερικά δεδομένα: Συλλήψεις, εξορίες, βασανισμούς, θανάτους. Δεν μπορεί — ούτε επιχειρεί — να διακρίνει την καρδιά. Η Αγία Γραφή όμως δεν αγιοποιεί τον πόνο καθαυτό, ούτε θεωρεί κάθε θύμα αυτομάτως μάρτυρα. Το κριτήριο δεν είναι «το ότι» διώχθηκε κάποιος αλλά «το γιατί» και το «πώς» στάθηκε μέσα στη δοκιμασία.
Αυτό το όριο το θέτει με ακρίβεια ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οὐ τὸ διώκειν ἢ διώκεσθαι ποιεῖ δίκαιον,ἀλλὰ τὸ διὰ τί.» Δηλαδή, ούτε ο διώκτης καταδικάζεται απλώς επειδή διώκει,(Α΄Τιμ1:13, Ιωαν.15:22) ούτε ο διωκόμενος δικαιώνεται απλώς επειδή πάσχει. (Α’Πετρ.2:20, 4:14-15, Β’Κορ.7:10)
Κορυφαίο παράδειγμα οι δύο ληστές:
Ο ένας «πάσχει» αλλά χλευάζει.
Ο άλλος «πάσχει, μετανοεί και ομολογεί.(Λουκ.23:39–43)
Ο ίδιος πόνος…Διαφορετική στάση…Διαφορετικό τέλος!
Η κρίση περνά από το κίνητρο και την ομολογία. Η ιστορία μετρά γεγονότα και θανάτους. Η με ακόμα ποιο απλά λόγια: Ο πόνος δεν σώζει…Η ομολογία σώζει!
3.Η ελευθερία ως κριτήριο της αληθινής μαρτυρίας
Ο χριστιανισμός δεν εξαπλώθηκε επειδή επιβλήθηκε. Επιβλήθηκε αργότερα και τότε τραυματίστηκε. Εξαπλώθηκε όταν δεν είχε καμία εγγύηση επιβίωσης, όταν η πίστη ήταν ελεύθερη επιλογή και όχι κοινωνικό προνόμιο, όταν η ομολογία κόστιζε και δεν αντάμειβε.
Ο ίδιος ο Χριστός δεν κάλεσε ανθρώπους με εξαναγκασμό, αλλά με ελευθερία:« Εάν τις θέλη να έλθη οπίσω μου…» (Ματθ.16:24)
Το «εάν τις θέλη» θέτει από την αρχή το αμετάθετο όριο: Η αλήθεια «δεν επιβάλλεται», προσφέρεται. Γι’ αυτό και όταν πολλοί αποχώρησαν, ο Χριστός «δεν τους κράτησε δια της ισχύος» αλλά στράφηκε στους μαθητές Του με την πιο ριζική ερώτηση ελευθερίας:«Μήπως και σεις θέλετε να υπάγητε;» (Ιωαν.6:67)
Η πίστη έχει αξία μόνο όταν μπορείς να φύγεις.
Αυτό το βάθος της ελευθερίας φωτίζει με ακρίβεια ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ένας εκ των ερμηνευτών της Γραφής: «Οὐ τὰ πάθη βλάπτει τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ἡ ἀνελευθερία τῆς γνώμης.» Δεν είναι η δοκιμασία που ακυρώνει τη μαρτυρία, αλλά η «κατάργηση της ελεύθερης συγκατάθεσης της καρδιάς».
Η δίωξη αφαιρεί τα εξωτερικά στηρίγματα —εξουσία, ασφάλεια, κύρος —αλλά αφήνει ακέραιο το μόνο που έχει «αιώνια αξία», την «ελευθερία να πιστέψεις ή να αρνηθείς».
Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή ποτέ δεν είδε τη θλίψη ως απόδειξη αλήθειας αλλά ως χώρο φανέρωσής της, αφού όπως διδάσκει: «Διά πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού.»(Πράξ.14:22)
Όχι επειδή ο Θεός χρειάζεται τον πόνο αλλά επειδή η αλήθεια δοκιμάζεται μόνο εκεί όπου ο άνθρωπος μένει ελεύθερος.
Και όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Ο δε Κύριος είναι το Πνεύμα· και όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί ελευθερία.» (Β΄ Κορ.3:17)
Εκεί όπου η πίστη επιβάλλεται, η μαρτυρία σιωπά. Εκεί όπου η πίστη επιλέγεται ελεύθερα, ακόμη και διωκόμενη ζει.
4.Όχι οι θεσμοί αλλά οι καρδιές
Η ιστορία δείχνει καθαρά ότι οι αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, τα συστήματα άλλαξαν, οι ιδεολογίες πέρασαν. Αυτό που έμεινε δεν ήταν οι θρόνοι αλλά οι «καρδιές που πίστεψαν».
Ο Χριστός το είχε δηλώσει εξαρχής, θέτοντας το όριο της διάρκειας κάθε ανθρώπινης κατασκευής: «Ο ουρανός και η γη θέλουσι παρέλθει, οι δε λόγοι μου δεν θέλουσι παρέλθει.» (Ματθ.24:35)
Η Εκκλησία δεν επιβίωσε μόνο χάρη σε διοικητικά σχήματα, νομικές εγγυήσεις ή πολιτικές συμμαχίες αλλά πάνω σε πρόσωπα που έμειναν πιστά όταν δεν υπήρχε καμία εγγύηση επιβίωσης…Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει ότι το έργο του Θεού δεν οικοδομείται με ανθρώπινη ισχύ…«Ουχί εν σοφία λόγου, διά να μη ματαιωθή ο σταυρός του Χριστού». (Α΄ Κορ.1:17)
Και αλλού…«Αλλά τα μωρά του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τους σοφούς, και τα ασθενή του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τα ισχυρά.» (Α΄ Κορ.1:27)
Δεν σώζουν τους αιώνες οι δομές από μόνες τους,(διοικητικά σχήματα που οργανώνουν τη ζωή της Εκκλησίας) αλλά επειδή υπάρχουν άνθρωποι που μένουν πιστοί όταν ακόμα κι αυτές καταρρέουν…Οι δομές διακονούν την ζωή δεν την υποκαθιστούν, γι’ αυτό και μπορεί να επιβιώσουν χωρίς αλήθεια αλλά η αλήθεια δεν επιβιώνει χωρίς καρδιές.
Όπως το λέει ο ίδιος ο Κύριος:« Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση εις την γην και αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει.» (Ιωαν.12:24)
5.Θεσμοί, εξουσία και η μεγάλη αντίφαση της Εκκλησίας
Η μεγάλη αντίφαση της ιστορίας είναι αυτή: Η Εκκλησία ιδρύθηκε πάνω σε έναν Σταυρό… Κι όμως, στην πορεία των αιώνων, άλλοτε τον κουβάλησε κι άλλοτε τον χρησιμοποίησε.
Όπου η «πίστη» μετατράπηκε σε «εργαλείο εξουσίας», γεννήθηκαν διώξεις, νομιμοποιήθηκε η βία, το Ευαγγέλιο σιώπησε.
Όπου όμως η Εκκλησία «στερήθηκε την κοσμική ισχύ», εκεί γεννήθηκε μαρτυρία, άνθισε η υπομονή και διασώθηκε η αλήθεια. Αυτή η εμπειρία δεν είναι απλώς ιστορικό συμπέρασμα, είναι πατερική διαπίστωση.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το διατυπώνει με παρρησία: «Οὐδὲν οὕτως ἀσθενεῖ τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς τὸ μετὰ τῆς κοσμικῆς δυνάμεως συζῆν.»
Και η Γραφή θέτει το αμετακίνητο όριο, πέρα από το οποίο η Εκκλησία όταν το ξεπεράσει παύει να λειτουργεί ως Εκκλησία του Χριστού! Ο ίδιος λέει ότι «Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». (Ιωαν.18:36)
Επομένως, ως εν δυνάμει Ουρανοπολίτες ας προσπερνούμε το ερώτημα, ποια Εκκλησία έχει δίκιο απέναντι στις άλλες αλλά πώς η Εκκλησία μένει Εκκλησία μέσα στον χρόνο…Γιατί η απάντηση δεν δίνεται με συνθήματα αλλά με πρόσωπα που έμειναν πιστά όταν η πίστη κόστιζε.
Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε πως όποτε η εκκλησία περνούσε μέσα από σκοτάδια, τραυματιζόταν από εσωτερικές παθογένειες και η χριστιανική σκέψη τελμάτωνε, ο Θεός σήκωνε άνδρες πίστεως- πρόθυμους μάρτυρες,- για να ανανεώνουν το χριστιανικό κίνημα και να το σπρώχνουν με δυναμισμό προς το τέλος της ιστορίας!
Επίλογος Κεφαλαίου Α΄
Οι διώξεις δεν απέδειξαν ποιος είχε εξουσία αλλά ποιος έμεινε ελεύθερος. Δεν ξεχώρισαν τους ισχυρούς από τους αδύναμους αλλά τους πιστούς από τους προσαρμοσμένους.
Υπήρξαν άνθρωποι που προτίμησαν να χάσουν ασφάλεια, κύρος και ζωή παρά να χάσουν την αλήθεια. Κι έτσι, μέσα στους αιώνες, αποδείχθηκε ότι η μαρτυρία δεν επιβάλλεται, γεννιέται εκεί όπου η πίστη παραμένει ελεύθερη, προσωπική και σταυρική. «Όστις νικά, θέλω κάμει αυτόν στύλον εν τω ναώ του Θεού μου, και δεν θέλει εξέλθει πλέον έξω, και θέλω γράψει επ’ αυτόν το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλεως του Θεού μου, της νέας Ιερουσαλήμ, ήτις καταβαίνει εκ του ουρανού από του Θεού μου, και το όνομά μου το νέον».(Αποκ.3:12)
Γιάννης Μαστοράκος
