Β’ Μέρος: Η παρουσία του Θεού στον κόσμο και την ιστορία

Στο πρώτο μέρος της αφήγησης, με τίτλο «Η παρουσία του Θεού στον κόσμο μας», επιχειρήθηκε να αναδειχθεί ότι ο Θεός δεν υπήρξε ποτέ απόμακρος από την ανθρώπινη ιστορία. Η απέραντη αγάπη Του για τα πλάσματά Του Τον κατέστησε διαρκώς παρόντα, όχι ως εξαναγκαστική δύναμη αλλά ως κάποιον που καλεί τον άνθρωπο σε προσωπική και πατρική σχέση. Στο δεύτερο μέρος, η προσοχή στρέφεται στο πώς αυτή η παρουσία εκδηλώθηκε ιστορικά, μέσα από συγκεκριμένους ανθρώπους, εποχές και επιλογές.

1.Η μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης – η σχέση Θεού και ανθρώπου

Κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, η σχέση Θεού και ανθρώπου διαμορφώνεται μέσα από γεγονότα που αποκαλύπτουν όχι μόνο τη δύναμη του Θεού αλλά και τα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ιώβ, άνθρωπος δίκαιος και ευσεβής, ο οποίος κατείχε οικογένεια, πλούτο, κύρος και υγεία. Η αιφνίδια απώλεια των πάντων δεν τον οδήγησε σε εξέγερση απέναντι στον Θεό αλλά σε βαθιά αυτογνωσία. Μέσα στη δοκιμασία του, ο Ιώβ συνειδητοποίησε τη μικρότητα και τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς και το βάθος της θείας σοφίας που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη κρίση.

Η ομολογία του αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση από τη γνώση στην εμπειρία: «Ήκουον περί σου με την ακοήν του ωτίου αλλά τώρα ο οφθαλμός μου σε βλέπει· διά τούτο βδελύττομαι εμαυτόν και μετανοώ εν χώματι και σποδώ» (Ιώβ 42:5–6).

Η αποκατάσταση του Ιώβ δεν προήλθε από τη διεκδίκηση δικαιώματος αλλά από τη συντριβή και την επίγνωση ότι κάθε ευλογία είναι δωρεά και όχι ανταμοιβή.

Αυτό που βίωσε ο Ιώβ μέσα από τη δοκιμασία, το εξέφρασε και ο Δαυίδ μέσα από τον ύμνο και τη λατρεία, όταν αναρωτήθηκε με δέος:

«Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να ενθυμήσαι αυτόν; ή ο υιός του ανθρώπου, ώστε να επισκέπτησαι αυτόν;» (Ψαλμ.8:4).

Και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος οδηγείται στην ίδια παραδοχή: Η κοινωνία με τον Άγιο Θεό δεν είναι αυτονόητη αλλά καρπός χάριτος και ελέους.

2.Η μοναδική αξία της Καινής Διαθήκης

Εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη ανέδειξε το αδιέξοδο της ανθρώπινης αδυναμίας, η Καινή Διαθήκη φανέρωσε την απάντηση του Θεού. Αυτό που ήταν αδύνατο για τον άνθρωπο, το κατέστησε δυνατό ο ίδιος ο Θεός διά του Ιησού Χριστού.

Με τη θυσία Του στον σταυρό του Γολγοθά, κάθε απαίτηση δικαιοσύνης εκπληρώθηκε στο πρόσωπο του Υιού, ώστε ο αμαρτωλός άνθρωπος να δικαιωθεί εκ πίστεως και να εισέλθει σε ειρήνη με τον Πατέρα. Ο Θεός δεν παραμένει άυλος και απόμακρος αλλά εισέρχεται στον κόσμο με σάρκα για να τον θεραπεύσει και να τον σώσει.

Αυτό το σχέδιο συνεχίστηκε μέσα από ανθρώπους κάθε γενεάς, οι οποίοι κινήθηκαν από αγάπη για τον Θεό, ζήλο πνευματικό και προσήλωση στον λόγο Του. Πολλοί από αυτούς παρέμειναν ανώνυμοι για την ιστορία αλλά εργάστηκαν ακούραστα, υπέμειναν διωγμούς, κακουχίες και τελικά μαρτύρησαν, ώστε το μήνυμα του Ευαγγελίου να φτάσει έως τις ημέρες μας.

3.Η μετά του Χριστού πορεία – Απόστολοι και Πατέρες

Με προεξάρχοντες τους Αποστόλους, το Ευαγγέλιο διαδόθηκε στον τότε γνωστό κόσμο με επιτυχία. Εκείνοι δεν λειτούργησαν ως ιδρυτές εξουσίας αλλά ως μάρτυρες ζωής και αλήθειας. Τη σκυτάλη παρέλαβαν οι επόμενες γενεές των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως ο Ιγνάτιος, ο Πολύκαρπος Σμύρνης, ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Ειρηναίος, ο Τερτυλλιανός, ο Ευσέβιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος, ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας και άλλοι.

Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική: Διαφύλαξαν την αποστολική παράδοση, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση και παγίωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης με τα 27 βιβλία της, διατύπωσαν το Σύμβολο της Πίστεως και γενικότερα, στήριξαν την Εκκλησία στη ζωή και τη διδασκαλία της με πλούσιο συγγραφικό και ποιμαντικό έργο, ιδιαίτερα σε καιρούς δοκιμασίας. Για πολλούς, η μαρτυρία δεν έμεινε λόγος αλλά σφραγίστηκε με θυσία ζωής!

4.Μεσαίωνας – εκκλησία, ιστορικές αστοχίες, συγκρούσεις και αναμορφωτικά κινήματα

Με την Αγία Γραφή και τα πατερικά κείμενα πορεύτηκαν οι επόμενες γενεές. Ωστόσο, από τον 4ο αιώνα και εξής, όταν ο χριστιανισμός εξέρχεται από την περίοδο των διωγμών και εντάσσεται σταδιακά στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Εκκλησία εισέρχεται σε μια νέα ιστορική φάση. Η θεσμική αναγνώριση και η πολιτική ισχύς προσέφεραν σταθερότητα και διάδοση της πίστης, ταυτόχρονα όμως δημιούργησαν και νέες εντάσεις. Η Εκκλησία έπαψε να είναι αποκλειστικά κοινότητα μαρτυρίας και άρχισε να λειτουργεί και ως φορέας εξουσίας.

Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν (5ος–10ος αιώνας), ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Εκκλησία στη Δύση κλήθηκε να καλύψει το κενό πολιτικής και κοινωνικής συνοχής. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η θεσμική της ενδυνάμωση υπήρξε ιστορικά αναγκαία αλλά ταυτόχρονα γέννησε παθογένειες: Συσσώρευση εξουσίας, απομάκρυνση από τη Γραφή, υποκατάσταση της ζωντανής πίστης από τύπους και πρακτικές. Αντίστοιχα, στην Ανατολή, όπου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνέχισε να υφίσταται ως Βυζάντιο, η Εκκλησία διατηρήθηκε περισσότερο ενταγμένη στο κράτος, με πλούσια θεολογική και πολιτισμική παραγωγή, χωρίς όμως να απαλλαγεί από τον πειρασμό της εκκοσμίκευσης.

Από τον 11ο έως τον 15ο αιώνα, οι εντάσεις αυτές κορυφώνονται. Οι συγκρούσεις δεν περιορίζονται σε θεολογικά ζητήματα αλλά αφορούν εξουσία, πρωτεία, πλούτο και έλεγχο συνειδήσεων. Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον, αναδύονται κατά καιρούς αναμορφωτικές φωνές και κινήσεις, οι οποίες δεν επιδιώκουν κατ’ ανάγκην ρήξη με την Εκκλησία αλλά επιστροφή στην ευαγγελική απλότητα και στη Γραφή. Οι κινήσεις αυτές επιλέγουν διαφορετικούς δρόμους, παραμένοντας ωστόσο εντός του ευρύτερου χριστιανικού κινήματος.

Κατά τον 16ο αιώνα, οι συσσωρευμένες παθογένειες της Δυτικής Εκκλησίας οδηγούν σε ανοιχτή σύγκρουση, η οποία ιστορικά αποτυπώνεται στη Μεταρρύθμιση. Η Δύση αναμορφώνεται μέσα από αυτή τη σύγκρουση στον βαθμό που η ίδια κρίνει αναγκαίο, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της με τη Γραφή, τη σωτηρία και την εκκλησιαστική εξουσία. Η Ανατολή, από την άλλη πλευρά, δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο ρήξης αλλά συνεχίζει την ιστορική της πορεία χωρίς να επηρεάζεται από τους Μεταρρυθμιστές της Δυτικής εκκλησίας, που επεδίωκαν την ζωντανή ευαγγελική συνείδηση μέσα στην εκκλησιαστική ζωή.

Η ιστορική αυτή εξέλιξη δεν επιτρέπει εύκολες ή απόλυτες κρίσεις. Το ζητούμενο δεν είναι η καταδίκη θεσμών ή παραδόσεων αλλά η «κατανόηση ενός διαχρονικού μοτίβου»: Σε περιόδους όπου η χριστιανική σκέψη έμοιαζε να στερεύει και η Εκκλησία να ακινητοποιείται θεσμικά, ο Θεός ανέδειξε πρόσωπα πίστεως που λειτούργησαν ως καταλύτες κίνησης και ανανέωσης. Συχνά οι άνθρωποι αυτοί δεν εξέφραζαν το σύνολο του εκκλησιαστικού θεσμού, αλλά τη ζωντανή του καρδιά.

Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στον Μεσαίωνα. Ανιχνεύεται ήδη στην εποχή των Κριτών, όταν σε περιόδους πνευματικής παρακμής, ο Θεός εγείρει πρόσωπα για να επαναφέρει τον λαό Του σε πορεία ζωής. Η ιστορία δείχνει ότι η ίδια δυναμική συνεχίζεται: Η παρουσία του Θεού δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη θεσμική σταθερότητα της Εκκλησίας αλλά με τη συνεχή Του παρέμβαση μέσα στον χρόνο, η οποία κινεί, ελέγχει και ανανεώνει το σώμα της Εκκλησίας, ώστε να μη μένει στάσιμο.

5.Τα 400 χρόνια της σκλαβιάς – κρίση και αυτογνωσία

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης και η μακρά περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας υπήρξαν τραυματικά γεγονότα για τους «αμέριμνους» χριστιανικούς πληθυσμούς. Εκείνοι που άλλοτε κατείχαν ισχύ, βρέθηκαν διωκόμενοι και υπόδουλοι. Τα χρόνια αυτά στάθηκαν αφορμή όχι μόνο εθνικής αλλά και πνευματικής δοκιμασίας.

Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες κρίσεις λειτούργησαν συχνά ως κάλεσμα αυτοεξέτασης και επιστροφής…Ίσχυσε άραγε το ίδιο και για την Ανατολική Εκκλησία που κλήθηκε σε νέο εχθρικό περιβάλλον να επαναπροσδιορίσει την αποστολή της μακριά από προνόμια και εξουσία;

«Έχεις όνομα ότι ζεις, και είσαι νεκρός… συμβουλεύω σε να αγοράσεις παρ’ εμού χρυσίον δεδοκιμασμένον εν πυρί» (Αποκ.3:1,18).

Συμπερασματική αποτίμηση

Με όλα αυτά, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, το χριστιανικό κίνημα γνώρισε περιόδους κάμψης, εξαιτίας διαιρέσεων, εκκοσμίκευσης, πολιτικών φιλονικιών και δογματικών παρεκκλίσεων. Οι συνέπειες αυτές επηρέασαν την πρόοδο του Ευαγγελίου και συνεχίζουν, σε κάποιο βαθμό, να βαραίνουν τον σύγχρονο χριστιανικό κόσμο.

Ωστόσο, η ιστορία δεν σταματά στην πτώση…Παράλληλα με την παρακμή, εμφανίζονται πάντοτε κινήσεις ανανέωσης και επιστροφής στην ουσία της πίστης. Η παρουσία του Θεού δεν καταργήθηκε από τις ανθρώπινες αστοχίες…Συνέχισε να εργάζεται μέσα από πρόσωπα, κοινότητες και μαρτυρίες που αναζήτησαν ξανά την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Υ.Γ. Η προσέγγιση δεν αφορά την Εκκλησία κυρίως ως θεσμική πραγματικότητα αλλά ως σώμα Χριστού, ως χώρο μαρτυρίας και ως τρόπο παρουσίας του Θεού μέσα στην ιστορία.

Τέλος 2ου μέρους

Γιάννης Μαστοράκος

Σχόλια