Μέρος 1ο: Η Μαρτυρία Του Πνεύματος
Στα προηγούμενα κείμενα (βλε.«η παρουσία του Θεού στον κόσμο») επιχειρήθηκε μια ιστορική καταγραφή της πορείας του χριστιανικού κινήματος μέσα στον χρόνο. Όχι ως ουδέτερη αφήγηση γεγονότων αλλά ως μαρτυρία πίστης, με στόχο την διάκριση και την κατανόηση και όχι την κρίση προσώπων, ομάδων ή εκκλησιών. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο βάπτισμα στο Άγιο Πνεύμα, ως δωρεά του Θεού που δόθηκε και συνεχίζει να δίνεται διά του λόγου του Κυρίου και της πίστης εκείνων που την εκζητούν.
Στο σημείο αυτό, συνειδητά αλλάζω προσέγγιση. Η παρούσα σειρά δεν αποτελεί συνέχεια εκείνης της ιστορικής καταγραφής αλλά την απαρχή μιας διαφορετικής πορείας λόγου. Η αφήγηση μετατοπίζεται από το παρελθόν στο παρόν, από τη γενική θεώρηση στην προσωπική εμπειρία, από την περιγραφή στην μαρτυρία και τον εκκλησιαστικό προβληματισμό.
Η μετατόπιση αυτή δεν γίνεται επειδή εκλαμβάνω τον εαυτό μου ως μέτρο ή αυθεντία αλλά γιατί το έργο του Πνεύματος του Θεού δεν ανήκει μόνο στην ιστορία… Καταγράφεται και στο παρόν της Εκκλησίας, στη ζωή συγκεκριμένων κοινοτήτων και ανθρώπων. Ό,τι ακολουθεί κατατίθεται με φόβο Θεού και διάθεση διάκρισης, όχι ως λόγος επιβολής αλλά ως μαρτυρία προς οικοδομή.
Στα του οίκου μου
Από δω και πέρα ο λόγος γίνεται αναγκαστικά πιο προσωπικός. Όχι γιατί η προσωπική εμπειρία υπερέχει της κοινής εκκλησιαστικής πορείας αλλά γιατί κάθε έργο του Θεού δοκιμάζεται, επιβεβαιώνεται ή ελέγχεται μέσα σε συγκεκριμένες ζωές και συγκεκριμένα εκκλησιαστικά πλαίσια. Κανείς δεν στέκεται έξω από αυτά ως ουδέτερος παρατηρητής. Ευχαριστώ τον Θεό, διότι αμέσως μετά την αγία κλήση Του εντάχθηκα, με τρόπο θαυμαστό, σε πεντηκοστιανό περιβάλλον, μέσα στο οποίο πνευματικά ανατράφηκα και ωρίμασα. Όπως αποδείχθηκε με την πορεία του χρόνου, αυτό υπήρξε για μένα μεγάλη ευλογία. Πιστεύω ότι το κίνημα στο οποίο συμμετέχω αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πνευματικής ανανέωσης στον καιρό μας, η οποία επιτελεί σπουδαίο έργο, ιδίως στον χώρο του ευαγγελισμού.
Ωστόσο, καθώς ωριμάζει κανείς, γεννιέται και η ανάγκη να κοιτάξει όχι μόνο προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα…Όχι για ν’ αποδομήσει αλλά για να διακρίνει. Έτσι προέκυψε μέσα μου η σκέψη να καταγραφούν και «τα του οίκου μας», της εκκλησίας και του χώρου στον οποίο ανήκω. Όχι με διάθεση απόρριψης ή καταγγελίας αλλά με την επιθυμία για βελτίωση, ωρίμανση και ανανέωση, πάντοτε με προσευχή για την ενεργή παρουσία του Αγίου Πνεύματος…Διότι χωρίς Αυτό, καμία εκκλησία δεν θα μπορούσε να έχει ούτε πορεία ούτε καν ύπαρξη.
Όπως συμβαίνει στις ανθρώπινες οικογένειες, έτσι και στις εκκλησίες — ακόμη και στις πιο ευλογημένες — εμφανίζονται αδυναμίες, παλινδρομήσεις και κόπωση. Η φθορά του χρόνου, οι εξωτερικές πιέσεις και οι γνωστές αδυναμίες του ανθρώπινου χαρακτήρα μπορούν να τραυματίσουν το εκκλησιαστικό σώμα. Χωρίς την ανανεωτική παρέμβαση του Θεού, καμία εκκλησία δεν θα παρέμενε ζωντανή. Η Καινή Διαθήκη το μαρτυρεί καθαρά, όπως στην περίπτωση της εκκλησίας της Κορίνθου, η οποία χρειάστηκε επανειλημμένα έλεγχο, καθοδήγηση και πνευματική ανανέωση.
Η ενότητα ως κριτήριο πνευματικής ανανέωσης
Η ενότητα δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη εκκλησιαστικό στόχο, είναι το μέτρο με το οποίο δοκιμάζεται κάθε πνευματική ανανέωση. Όσο έντονη ή «αποκαλυπτική» κι αν είναι μια εμπειρία ή μια ομολογία, αν δεν οδηγεί σε ενότητα καρδιών με τον Κύριο και μεταξύ τους, τότε γεννά εύλογα ερωτήματα. Εκεί δεν κρίνεται η ένταση της εμπειρίας αλλά η γνησιότητά της.
Οι πρώτες εκκλησίες δεν ήταν κοινότητες τελείων. Αντιμετώπισαν συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και φιλονικίες. Ωστόσο, μέσα από την αναζήτηση του θελήματος του Θεού και τη διατήρηση της ενότητας, έγιναν μαρτυρία που ανέτρεψε έναν ολόκληρο ειδωλολατρικό κόσμο. Για αιώνες, η Εκκλησία φανερωνόταν προς τα έξω ως ένα σώμα ενωμένο, παρά τις επιμέρους διαφορές.
Το παρήγορο είναι ότι ο Κύριος εργάζεται έως σήμερα. Διέρχεται τις εκκλησίες, γνωρίζει καρδιές και ανάγκες και ενεργεί πέρα από την πολυδιάσπαση των ανθρώπινων σχημάτων. Η ενότητα, όμως, δεν είναι δεδομένη. Είναι καρπός υπακοής και αγάπης…Κι εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Μπορούν οι προσωπικές αντιδικίες και οι διχοστασίες να συνυπάρχουν αδιατάρακτα με το έργο του Θεού;
Μία Μαρτυρία προς διάκριση που ξεπερνά τα όρια μιας εκκλησίας
Σε πρόσφατο χρόνο, πριν από την περίοδο της καραντίνας, βρέθηκα με αίσθημα ευθύνης να μεταφέρω σε μια τοπική εκκλησία και στον υπεύθυνό της έναν λόγο ελέγχου και προτροπής, ο οποίος, όπως τον κατανόησα, δεν αφορούσε μόνο το συγκεκριμένο πλαίσιο αλλά μια ευρύτερη εκκλησιαστική πραγματικότητα:
«Άφες το δώρο σου επί το θυσιαστήριο και ύπαγε συμφιλιώσου με τους αδελφούς σου. Εναγκάλισε τους εν φιλήματι αγίω, δός τας χείρας, γεφύρωσε τις διαφορές σου, διότι παν έργο τελειούται εν τη αγάπη».
Το περιεχόμενο αυτού του λόγου υπενθύμιζε ότι κανένα έργο, όσο ορθό ή επιτυχημένο κι αν φαίνεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρες αν δεν φέρει τη σφραγίδα της αγάπης. Μαζί με την προτροπή, υπήρχε και η βεβαίωση ότι ο Κύριος γνωρίζει και αναγνωρίζει τους εργάτες Του, καλώντας τους να συνεχίσουν το έργο για το οποίο εκλήθησαν, όχι όμως με ανθρώπινους όρους, αλλά με τους δικούς Του.
Ο ίδιος λόγος απευθυνόταν και προς τον λαό, με σαφή διάκριση μεταξύ της «οδού της ζωής» και της «οδού του θανάτου», η οποία ταυτιζόταν με τις έριδες και τις διχοστασίες που ο Κύριος αποστρέφεται. Πρόκειται για υπενθύμιση που δεν αφορά μία μόνο εκκλησία, αλλά κάθε κοινότητα που επιθυμεί να παραμένει ζωντανή.
Τι είπε: «Αύτη είναι η οδός εις την οποία παρήγγειλα να περιπατείς ήτις λέγεται της ζωής…είναι και η οδός του Θανάτου. Κι αν ερωτήσει τις εξ υμών, τι είναι αυτή η οδός του θανάτου για την οποία λαλείς προς ημάς Κύριε, τότε θέλω ειπείν προς αυτόν πως εκεί είναι οι έριδες και οι διχοστασίες που η ψυχή μου βδελύττεται».
Και τα όσα στην συνέχεια είπε Το Πνεύμα το Άγιο προς τον λαό ήταν εξ ίσου σημαντικά: «Ανασύνταξη δυνάμεων κάμω εν τούτο τον καιρό» ΚΑΙ «Διαλέξτε στρατόπεδο». Στο τέλος ο Κύριος τους παρηγόρησε δίνοντάς τους ευλογημένες υποσχέσεις, όπως ότι «θα σας αυξήσω», κι ότι «πλήθος λαού θέλει εισρέει εις το φως σου»…
Τελευταία σχόλια
Όλα τα παραπάνω δεν καταγράφονται για να στιγματίσουν πρόσωπα ή εκκλησίες αλλά για να υπενθυμίσουν μια πνευματική πραγματικότητα που η Αγία Γραφή διατυπώνει με απόλυτη σαφήνεια: «Όπου είναι φθόνος και φιλονικία, εκεί ακαταστασία και πάν αχρείο πράγμα».(Ιακ.3:16)
Οι διχοστασίες δεν είναι απλώς ανθρώπινες αδυναμίες. Διακόπτουν τη ροή της χάριτος, αλλοιώνουν το φρόνημα, μετατρέπουν το έργο του Θεού σε ανθρώπινο εγχείρημα και τελικά σκανδαλίζουν τους μικρούς. Είναι πνευματικά ανοιχτές πληγές.
Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όσους επικαλούνται τον Κύριο και στον κόσμο δεν είναι οι ονομασίες, αλλά η παρουσία του Θεού που φανερώνεται μέσα από την ενότητα και τα έργα της αγάπης.
Η ενότητα δεν διακηρύσσεται. Αποδεικνύεται…Κι εκεί όπου αυτή υπάρχει, το έργο του Θεού βρίσκει χώρο να καρποφορήσει.
Τέλος 1ου μέρους
Γιαννης Μαστορακος
